Выбрать главу

«Είναι καλά», είπε η Εγκουέν. «Ανησυχεί για την ασφάλειά σου».

Η Νυνάβε άφησε να βγει η ανάσα της, και μόνο τότε κατάλαβε ότι την κρατούσε. Η Ερημιά ήταν επικίνδυνο μέρος, ακόμα και χωρίς την ύπαρξη ανθρώπων σαν τον Κουλάντιν και τους Σάιντο, και ο Λαν δεν ήξερε τι θα πει προσοχή. Ανησυχούσε για την ασφάλειά της; Ο ανόητος νόμιζε ότι δεν ήταν ικανή να φυλαχτεί;

«Φτάσαμε πια στην Αμαδισία», είπε γοργά, ελπίζοντας να καλύψει την αντίδραση της. Αχαλίνωτη γλώσσα κι από πάνω στεναγμοί! Ο άνθρωπος αυτός μου έχει κλέψει τα λογικά! Η έκφραση των άλλων δεν αποκάλυπτε αν είχε πετύχει το σκοπό της. «Σ’ ένα χωριό που λέγεται Σιέντα, ανατολικά του Άμαντορ. Παντού Λευκομανδίτες, αλλά δεν μας ρίχνουν δεύτερη ματιά. Μα πρέπει να έχουμε το νου μας». Μπροστά στη Μελαίν, έπρεπε να είναι προσεκτική ― ακόμα και να στολίζει λιγάκι την αλήθεια. Έπιασε και είπε όμως για τη Ρόντε Μακούρα και το παράξενο μήνυμά της, και ότι είχε προσπαθήσει να τις ναρκώσει. Είπε μόνο πως η Μακούρα είχε προσπαθήσει, επειδή δεν μπορούσε να παραδεχθεί μπροστά στη Μελαίν ότι η γυναίκα εκείνη είχε πετύχει. Φως μου, τι κάνω; Ποτέ στη ζωή μου δεν είπα ψέματα στην Εγκουέν!

Δεν μπορούσε βέβαια να πει τον υποτιθέμενο λόγο —την επιστροφή της Αποδεχθείσας που είχε διαφύγει― μπροστά σε καμία από τις Σοφές. Νόμιζαν ότι η ίδια και η Ηλαίην ήταν πλήρεις Άες Σεντάι. Όμως έπρεπε με κάποιον τρόπο να πει στην Εγκουέν την αλήθεια. «Ίσως έχει σχέση με κάποιο σχέδιο που αφορά το Άντορ, όμως η Ηλαίην κι εσύ κι εγώ έχουμε κοινά σημεία, Εγκουέν, και νομίζω ότι πρέπει να προσέχουμε όσο και η Ηλαίην». Η κοπέλα ένευσε αργά· στην αρχή, όπως ήταν αναμενόμενο, έδειξε αποσβολωμένη, αλλά φάνηκε να καταλαβαίνει. «Καλά που με πονήρεψε η γεύση εκείνου του τσαγιού. Για φαντάσου να ποτίζεις με διχαλόριζα κάποια που ξέρει τα βότανα σαν κι εμένα».

«Πλεκτάνες μέσα σε πλεκτάνες», μουρμούρισε η Μελαίν. «Νομίζω πως το Μέγα Ερπετό είναι το κατάλληλο σημάδι για εσάς, τις Άες Σεντάι. Μια μέρα θα καταπιείτε τον εαυτό σας κατά λάθος».

«Έχουμε κι εμείς νέα», είπε η Εγκουέν.

Η Νυνάβε δεν κατάλαβε το λόγο για τη βιασύνη της κοπέλας. Δεν θα της επιτρέψω να με παρασύρει και να χάσω την ψυχραιμία μου. Και δεν θα θύμωνα, αν προσέβαλλε τον Πύργο. Άφησε την πλεξούδα της. Όμως μ’ αυτά που είχε να πει η Εγκουέν, την ξανάπιασαν τα νεύρα της.

Ήταν σίγουρα σοβαρό το ότι ο Κουλάντιν περνούσε τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, εξίσου και το ότι ο Ραντ τον ακολουθούσε· έτρεχε να φτάσει στο Πέρασμα Τζανγκάι και προέλαυναν από το πρώτο φως μέχρι που σκοτείνιαζε εντελώς, και η Μελαίν είπε ότι σύντομα θα έφτασαν. Οι συνθήκες στην Καιρχίν ήταν αρκετά άσχημες και χωρίς τους Αελίτες να πολεμούν μεταξύ τους στα εδάφη της. Και σίγουρα θα ξεσπούσε καινούριος Πόλεμος των Αελιτών, αν ο Ραντ προσπαθούσε να πραγματοποιήσει το τρελό του σχέδιο. Τρελό. Δεν μπορεί όμως να είχε τρελαθεί από τώρα. Σίγουρα διατηρούσε ακόμα τα λογικά του.

Παλιά ανησυχούσα και πάσχιζα να τον προστατεύσω, σκέφτηκε πικρά. Ενώ τώρα θέλω να μείνει λογικός για να πολεμήσει στην Τελευταία Μάχη. Όχι μόνο γι’ αυτό το λόγο, αλλά και για τον ίδιο. Ο Ραντ ήταν αυτό που ήταν. Που να με κάψει το Φως, δεν είμαι ανώτερη από τη Σιουάν Σάντσε και τις υπόλοιπες!

Εκείνο που τη σοκάρισε ήταν αυτό που είχε να πει η Εγκουέν για τη Μουαραίν. «Τον υπακούει;» είπε χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της.

Η Εγκουέν ένευσε δυνατά, φορώντας εκείνη τη γελοία Αελίτικη μαντήλα. «Χθες το βράδυ τσακώθηκαν —ακόμα προσπαθεί να τον πείσει να μην περάσει το Δρακότειχος― και στο τέλος αυτός της είπε να μείνει απ’ έξω μέχρι να ξαναβρεί την ψυχραιμία της· αυτή ήταν λες και είχε καταπιεί τη γλώσσα της, αλλά το έκανε. Έμεινε έξω στη νύχτα μια ολόκληρη ώρα, πάντως».

«Δεν είναι σωστά αυτά τα πράγματα», είπε η Μελαίν, ενώ τυλιγόταν πιο σφιχτά με την εσάρπα της. Οι άνδρες δεν έχουν καμία δουλειά να δίνουν διαταγές είτε στις Άες Σεντάι είτε στις Σοφές. Ούτε ακόμα και ο Καρ’α’κάρν».

«Φυσικά και όχι», συμφώνησε η Νυνάβε και μετά έκρυψε το στόμα με το χέρι της, για να μην μείνει χάσκοντας. Τι με νοιάζει αν τη βάζει να χορέψει στο σκοπό του; Πολλές φορές μας έχει κάνει το ίδιο κι αυτή. Όμως δεν ήταν σωστό. Δεν θέλω να γίνω Άες Σεντάι, θέλω μόνο να μάθω να Θεραπεύω. Θέλω να μείνω αυτή που είμαι. Άσε τον να τη διατάζει! Πάντως, δεν ήταν σωστό.

«Τουλάχιστον τώρα ο Ραντ συζητάει μαζί της», είπε η Εγκουέν. «Πριν, ξίνιζε τα μούτρα, μόλις η Μουαραίν τον πλησίαζε. Νυνάβε, τα μυαλά του φουσκώνουν κάθε μέρα και περισσότερο».