«Παλιά, τότε που νόμιζα ότι θα με διαδεχθείς ως Σοφία», της είπε πικρόχολα, «σου δίδαξα πώς να τα ξεφουσκώνεις. Γι’ αυτόν θα είναι καλύτερα να το κάνεις εσύ, ακόμα κι αν τώρα πια μοιάζει με τον βασιλιά των ταύρων στο λιβάδι. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς. Εγώ νομίζω ότι οι βασιλιάδες —και οι βασίλισσες― γίνονται ανόητοι όταν ξεχνούν το αξίωμά τους και φέρονται όπως είναι ο εαυτός τους, αλλά είναι ακόμα χειρότεροι όταν θυμούνται μόνο τι είναι και ξεχνούν ποιοι είναι. Θέλουν κάποιον που μόνη του δουλειά θα είναι να τους θυμίζει ότι τρώνε και ιδρώνουν και κλαίνε ίδια και όμοια με τον κάθε αγρότη».
Η Μελαίν τύλιξε γύρω της την εσάρπα της, και φάνηκε να διστάζει αν έπρεπε να συμφωνήσει ή όχι, όμως η Εγκουέν είπε, «Προσπαθώ, αλλά μερικές φορές μοιάζει να μην είναι καν ο εαυτός του, και ακόμα κι όταν είναι ο εαυτός του, η αλαζονεία του δεν ξεφουσκώνει με τίποτα».
«Κάνε ό,τι μπορείς. Ίσως το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι να τον βοηθά κάποιος να μην χάσει τον εαυτό του. Για καλό δικό του και ολόκληρου του κόσμου».
Μόνο η σιωπή απάντησε στα λόγια της. Σίγουρα στην ίδια και στην Εγκουέν δεν άρεσε καθόλου να μιλάνε για το τελικό ενδεχόμενο της τρέλας του Ραντ και το ίδιο πρέπει να ένιωθε και η Μελαίν.
«Έχω κάτι ακόμα σημαντικό να σας πω», συνέχισε μια στιγμή αργότερα. «Νομίζω πως οι Αποδιωγμένοι κάτι σχεδιάζουν». Άλλο αυτό κι άλλο να μιλούσε για την Μπιργκίτε. Έκανε να φανεί ότι η ίδια είχε δει τη Λανφίαρ και τους άλλους. Η αλήθεια ήταν πως η Μογκέντιεν ήταν η μόνη που θα μπορούσε να αναγνωρίσει εξ όψεως, ίσως και ο Ασμόντιαν, μόλο που τον είχε δει μονάχα μια φορά κι από μακριά. Ευχήθηκε να μην τη ρωτούσαν πώς ήξερε να τους αναγνωρίζει και γιατί πίστευε πως η Μογκέντιεν τριγυρνούσε εκεί πέρα. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα που προέκυψε δεν είχε να κάνει με αυτό.
«Περιπλανιέσαι στον Κόσμο των Ονείρων;» Τα μάτια της Μελαίν ήταν πράσινος πάγος.
Η Νυνάβε της αντιγύρισε το αποφασιστικό βλέμμα με το δικό της, παρ’ όλο που η Εγκουέν κουνούσε το κεφάλι προειδοποιητικά. «Πώς αλλιώς θα έβλεπα τον Ράχβιν και τους άλλους, μου λες;»
«Άες Σεντάι, ξέρεις λίγα και δοκιμάζεις πολλά. Κακώς διδάχθηκες ακόμα και τα λίγα που ξέρεις. Προσωπικά, μερικές φορές μετανιώνω ακόμα και γι’ αυτές τις συναντήσεις που συμφωνήσαμε. Οι αμύητες γυναίκες δεν θα ’πρεπε να μπαίνουν στον Τελ’αράν’ριοντ».
«Διδάχθηκα μόνη μου περισσότερα απ’ όσα μου έμαθες ποτέ». Η Νυνάβε με αρκετή προσπάθεια κατάφερε να κρατήσει τη φωνή της ανέκφραστη. «Έμαθα να διαβιβάζω μόνη μου και δεν βλέπω γιατί να διαφέρει σε κάτι ο Τελ’αράν’ριοντ». Μόνο από πείσμα το είπε αυτό. Ήταν αλήθεια πως είχε μάθει μόνη της να διαβιβάζει, αλλά το είχε κάνει χωρίς να ξέρει τι ήταν αυτό που έκανε, και όχι ακριβώς όπως θα έπρεπε. Πριν από τον Λευκό Πύργο, μπορούσε να Θεραπεύει μερικές φορές, αλλά ασυναίσθητα, μέχρι που της το είχε αποδείξει η Μουαραίν. Οι δασκάλες της στο Λευκό Πύργο είχαν πει ότι αυτός ήταν ο λόγος που χρειαζόταν να είναι θυμωμένη για να διαβιβάσει· είχε κρύψει την ικανότητα από τον εαυτό της, τη φοβόταν, και μόνο η οργή μπορούσε να διαπεράσει το φόβο που ήταν θαμμένος τόσο καιρό.
«Είσαι, λοιπόν, από κείνες, τις οποίες οι Άες Σεντάι ονομάζουν αδέσποτες». Κάτι έκρυβε η τελευταία λέξη που δεν άρεσε στη Νυνάβε, είτε ήταν καταφρόνια είτε οίκτος. Ο όρος στον Πύργο σπανίως χρησιμοποιείτο κολακευτικά. Φυσικά, δεν υπήρχαν αδέσποτες στο Άελ. Οι Σοφές που μπορούσαν να διαβιβάζουν έβρισκαν όλα τα κορίτσια που είχαν τη σπίθα μέσα τους, όσα θα ανέπτυσσαν την ικανότητα της διαβίβασης κάποια στιγμή, ακόμα κι αν δεν τη διδάσκονταν. Ισχυρίζονταν επίσης ότι μπορούσαν να βρουν κι όλα τα κορίτσια δίχως τη σπίθα, που θα μάθαιναν, αν τη διδάσκονταν. Καμία Αελίτισσα δεν είχε πεθάνει προσπαθώντας να μάθει μόνη της. «Ξέρεις τους κινδύνους που υπάρχουν όταν μαθαίνεις τη Δύναμη δίχως καθοδήγηση, Άες Σεντάι. Μην νομίζεις ότι είναι μικρότεροι στο όνειρο. Είναι εξίσου μεγάλοι, ίσως χειρότεροι για όσες τολμούν να μπουν δίχως γνώση».
«Προσέχω», είπε η Νυνάβε με σφιγμένη φωνή. Δεν είχε έρθει για να της κάνει μάθημα μια ηλιόξανθη αλεπού από το Άελ. «Ξέρω τι κάνω, Μελαίν».
«Δεν ξέρεις τίποτα. Είσαι ξεροκέφαλη σαν αυτή όταν είχε πρωτοέρθει σε μας». Η Σοφή χάρισε στην Εγκουέν ένα χαμόγελο που έδειχνε πραγματική στοργή. «Δαμάσαμε την υπέρμετρη ζωντάνια της και τώρα μαθαίνει γοργά. Αν και έχει πολλά ελαττώματα, ακόμα και τώρα». Το ευχαριστημένο χαμόγελο της Εγκουέν έσβησε· η Νυνάβε υποψιάστηκε ότι την τελευταία φράση την είχε προσθέσει η Μελαίν ακριβώς εξαιτίας του χαμόγελου. «Αν θέλεις να περιπλανιέσαι στο όνειρο», συνέχισε η Αελίτισσα, «έλα σε μας. Θα εξημερώσουμε και το δικό σου ζήλο και θα σε διδάξουμε».