Выбрать главу

«Δεν χρειάζομαι εξημέρωση, να ’στε καλά», είπε η Νυνάβε μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο.

«Ο Ααν’αλάιν θα πεθάνει τη μέρα που θα μάθει το θάνατό σου».

Ένα κομμάτι πάγου σούβλισε την καρδιά της Νυνάβε. Ααν’αλάιν ονόμαζαν οι Αελίτες τον Λαν. Σήμαινε Μόνος στην Παλιά Γλώσσα ή Ένας Άνδρας ή Ο Άνδρας Που Είναι Ένας Ολόκληρος Λαός· ήταν συχνά δύσκολο να μεταφράσεις επακριβώς την Παλιά Γλώσσα. Οι Αελίτες έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για τον Λαν, τον άνθρωπο, ο οποίος δεν εγκατέλειπε τον πόλεμο που είχε με τη Σκιά, τον εχθρό που είχε αφανίσει το έθνος του. «Πολεμάς βρώμικα», μουρμούρισε.

Η Μελαίν σήκωσε το φρύδι της. «Πολεμάμε; Αν ναι, τότε πρέπει να μάθεις ότι στη μάχη υπάρχει μόνο νίκη ή ήττα. Οι κανόνες μην τυχόν και πληγωθεί κανείς είναι μόνο για τα παιχνίδια. Θέλω να μου δώσεις την υπόσχεσή σου ότι δεν θα κάνεις τίποτα στο όνειρο δίχως πρώτα να ρωτήσεις μια από μας. Ξέρω ότι οι Λες Σεντάι δεν λένε ψέματα, επομένως θέλω να το ακούσω από τα χείλη σου».

Η Νυνάβε έσφιξε τα δόντια. Θα ήταν εύκολο να πει τα λόγια. Δεν ήταν υποχρεωμένη να τα τηρήσει· δεν τη δέσμευαν οι Τρεις Όρκοι. Αλλά έτσι θα παραδεχόταν ότι η Μελαίν είχε δίκιο. Δεν το πίστευε και δεν θα το έλεγε.

«Δεν πρόκειται να σου το υποσχεθεί, Μελαίν», είπε τελικά η Εγκουέν. «Όταν μουλαρώνει έτσι, σημαίνει ότι δεν θα έβγαινε από το σπίτι, ακόμα κι αν της έλεγες ότι η στέγη έπιασε φωτιά».

Η Νυνάβε αγριοκοίταξε και την Εγκουέν για μια στιγμή. Δεν μουλάρωνε! Απλώς δεν άφηνε κανέναν να την μεταχειρίζεται σαν άβουλη κουκλίτσα.

Μετά από λίγο, η Μελαίν αναστέναξε. «Πολύ καλά. Όμως καλά θα κάνεις να θυμάσαι, Άες Σεντάι, ότι στον Τελ’αράν’ριοντ δεν είσαι παρά ένα παιδί. Έλα, Εγκουέν. Πρέπει να φύγουμε». Καθώς οι δύο έσβηναν, στο πρόσωπο της Εγκουέν άστραψε μια έκφραση σαν να είχε δει κάτι αστείο.

Η Νυνάβε ξαφνικά κατάλαβε ότι τα ρούχα της είχαν αλλάξει. Κάποιος τα είχε αλλάξει· οι Σοφές ήξεραν αρκετά καλά τον Τελ’αράν’ριοντ ώστε να μεταβάλλουν πράγματα πάνω σε άλλους, όχι μόνο στις ίδιες. Η Νυνάβε τώρα φορούσε λευκή μπλούζα και σκούρα φούστα, η οποία όμως, αντίθετα από τις φούστες των δύο γυναικών που μόλις είχαν φύγει, σταματούσε πολύ ψηλότερα από το γόνατο. Τα παπούτσια και οι κάλτσες της είχαν χαθεί και τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε δύο κοτσίδες, που καθεμιά περνούσε πάνω από το αυτί, με κίτρινες κορδέλες πλεγμένες μέσα τους. Πλάι στα γυμνά της πόδια ήταν μια κουκλίτσα από κουρέλια με σκαλισμένο και ζωγραφισμένο πρόσωπο. Η Νυνάβε ένιωσε ότι έτριζε τα δόντια της. Κάτι τέτοιο είχε ξανασυμβεί άλλη μια φορά και είχε αποσπάσει από την Εγκουέν την ομολογία ότι έτσι έντυναν οι Αελίτισσες τα κοριτσάκια.

Ξαναφόρεσε οργισμένη το κίτρινο Ταραμπονέζικο μεταξωτό —αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο κολλητό πάνω της― και κλώτσησε την κούκλα. Αυτή πετάχτηκε στον αέρα κι εξαφανίστηκε απότομα. Αυτή η Μελαίν σίγουρα είχε λιγουρευτεί τον Λαν· όλοι οι Αελίτες, φαίνεται, τον περνούσαν για ήρωα. Ο ψηλός γιακάς έγινε ίσιο δαντελωτό κολάρο και το βαθύ στενό ντεκολτέ έγινε αποκαλυπτικό. Αν εκείνη η γυναίκα τολμούσε έστω και να του χαμογελάσει...! Αν αυτός...! Ξαφνικά, κατάλαβε ότι το ντεκολτέ της χαμήλωνε και άνοιγε γοργά, και το ξανανέβασε βιαστικά, όχι ως πάνω, αλλά αρκετά, ώστε να μην κοκκινίζει. Το φόρεμα είχε στενέψει τόσο, που δεν μπορούσε να κουνηθεί· το διόρθωσε κι αυτό.

Άρα έπρεπε να ζητά άδεια, ε; Να παρακαλά τις Σοφές προτού κάνει οτιδήποτε; Μήπως δεν είχε νικήσει τη Μογκέντιεν; Τότε είχαν εντυπωσιαστεί, αλλά φαίνεται ότι στο μεταξύ το είχαν ξεχάσει.

Αν δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Μπιργκίτε για να μάθει τι συνέβαινε στον Πύργο, ίσως υπήρχε τρόπος να το κάνει μόνη της.

15

Τι Μπορείς Να Μάθεις Στα Όνειρα

Η Νυνάβε σχημάτισε με προσοχή στο νου της την εικόνα του γραφείου της Άμερλιν, ακριβώς όπως οραματιζόταν την Καρδιά της Πέτρας πηγαίνοντας για ύπνο. Τίποτα δεν συνέβη κι έσμιξε τα φρύδια της. Κανονικά έπρεπε να έχει πάει στον Λευκό Πύργο, στο δωμάτιο που είχε φανταστεί. Ξαναδοκιμάζοντας, έβαλε στο νου της ένα δωμάτιο, το οποίο επισκεπτόταν συχνότερα, αν και με μεγαλύτερη δυσαρέσκεια.

Η Καρδιά της Πέτρας μετατράπηκε στο γραφείο της Κυράς των Μαθητευομένων, ένα στενό δωμάτιο με σκούρα ξύλινη επένδυοη, γεμάτο απλά, γερά έπιπλα, που τα είχαν χρησιμοποιήσει οι γενιές των γυναικών, οι οποίες είχαν περάσει από αυτό το αξίωμα. Όταν τα παραπτώματα μιας μαθητευόμενης ήταν τέτοια, που δεν αρκούσαν πια ως εξιλέωση οι επιπλέον ώρες που σφουγγάριζε πατώματα ή καθάριζε με την τσουγκράνα τα δρομάκια των κήπων, τότε την έστελναν εδώ. Αν δεχόταν τέτοια πρόσκληση μια Αποδεχθείσα, σήμαινε ότι το παράπτωμά της ήταν ακόμα μεγαλύτερο, αλλά και πάλι πήγαινε με βαριά καρδιά, ξέροντας ότι η έκβαση θα ήταν εξίσου οδυνηρή, ίσως και περισσότερο.