Выбрать главу

Η Νυνάβε δεν ήθελε να κοιτάξει το δωμάτιο —η Σέριαμ την αποκαλούσε εσκεμμένα πεισματάρα στις αναρίθμητες επισκέψεις της — αλλά βρέθηκε να ατενίζει τον καθρέφτη στον τοίχο, όπου μαθητευόμενες και Αποδεχθείσες ήταν υποχρεωμένες να κοιτάζουν το κλαμένο πρόσωπό τους, ενώ άκουγαν τη Σέριαμ να κάνει κήρυγμα λέγοντας ότι έπρεπε να υπακούνε στους κανόνες και να δείχνουν τον προσήκοντα σεβασμό και άλλα αντίστοιχα. Το να υπακούει τους κανόνες των άλλων και το να δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό ήταν κάτι που πάντα μπέρδευε τη Νυνάβε. Τα αχνά απομεινάρια της χρυσής μπογιάς στη σκαλισμένη κορνίζα έδειχναν ότι ο καθρέφτης ήταν εκεί από τον Εκατονταετή Πόλεμο, αν όχι από το Τσάκισμα.

Το Ταραμπονέζικο φόρεμα ήταν όμορφο, αλλά, αν την έβλεπε κάποιος να το φορά, θα έμπαινε σε υποψίες. Ακόμα και οι Ντομανές συνήθως ντύνονταν διακριτικά, όταν επισκέπτονταν τον Πύργο, και η Νυνάβε δεν μπορούσε να φανταστεί καμία γυναίκα να ονειρεύεται τον εαυτό της στον Πύργο χωρίς να φέρεται άψογα. Φυσικά, δεν θα συναντούσε καμία εκεί παρά μόνο όσες στο όνειρο τους έμπαιναν στον Τελ’αράν’ριοντ για μερικές στιγμές· από τον καιρό της Κοριάνιν Νεντέαλ, τετρακόσια χρόνια πριν, είχε να φανεί στον Πύργο γυναίκα που να μπορεί να μπει στον Κόσμο των Ονείρων χωρίς βοήθεια, και μόνο με τον ερχομό της Εγκουέν είχε αλλάξει αυτό. Από την άλλη μεριά όμως, από τα τερ’ανγκριάλ που είχαν κλαπεί από τον Πύργο και τώρα ήταν ακόμη στα χέρια της Λίαντριν και των συνενόχων της, τα έντεκα τα είχε μελετήσει τελευταία φορά η Κοριάνιν. Τα δύο άλλα που ήταν στο γραφείο της Κοριάνιν, εκείνα τα δύο που τώρα είχαν η Νυνάβε και η Ηλαίην, πρόσφεραν δίοδο στον Τελ’αράν’ριοντ· ασφαλέστερο θα ήταν να υπέθετε κανείς ότι και τα υπόλοιπα είχαν τον ίδιο σκοπό. Ήταν μικρή η πιθανότητα να ονειρευόταν η Λίαντριν ή οι άλλες τον Πύργο από τον οποίο το είχαν σκάσει, αλλά και πάλι δεν μπορούσε να το ρισκάρει, εφόσον υπήρχε κίνδυνος να της στήσουν ενέδρα. Επίσης, η Κοριάνιν μπορεί βέβαια να είχε μελετήσει κι άλλα εκτός από τα κλεμμένα τερ’ανγκριάλ. Τα αρχεία συχνά ήταν ασαφή για τα τερ’ανγκριάλ των οποίων η χρήση δεν ήταν κατανοητή, και ίσως υπήρχαν και άλλα στα χέρια των Μαύρων αδελφών που βρίσκονταν ακόμα στον Πύργο.

Το φόρεμα άλλαξε ριζικά, έγινε λευκό μαλλί, μαλακό αλλά όχι ιδιαίτερης ποιότητας, με επτά χρωματιστές ρίγες στον ποδόγυρο, μια για κάθε Άτζα. Αν έβλεπε καμία που δεν εξαφανιζόταν μετά από μερικά δευτερόλεπτα, θα ξαναπήγαινε στη Σιέντα, και η άλλη θα νόμιζε ότι ήταν απλώς κάποια Αποδεχθείσα που είχε αγγίξει τον Τελ’αράν’ριοντ στο όνειρο της. Όχι. Όχι στο πανδοχείο, αλλά στο γραφείο της Σέριαμ. Αν υπήρχε κάποια γυναίκα εκεί που δεν εξαφανιζόταν, σίγουρα θα ήταν του Μαύρου Άτζα, και υποτίθεται πως η Νυνάβε πήγαινε εκεί για τις κυνηγήσει.

Ολοκληρώνοντας τη μεταμφίεση της, έσφιξε την πλεξούδα της που έξαφνα είχε γίνει χρυσοκόκκινη κι έκανε μια γκριμάτσα στο πρόσωπο της Μελαίν που είδε στον καθρέφτη. Αυτήν, μετά χαράς θα την παρέδιδε στη Σέριαμ.

Το γραφείο της Κυράς των Μαθητευομένων ήταν κοντά στα καταλύματα των μαθητευομένων και οι πλατιοί πλακοστρωμένοι διάδρομοι τρεμόπαιζαν από ξαφνικές κινήσεις ανάμεσα στις περίτεχνες επενδύσεις των τοίχων και στις λάμπες που δεν ήταν αναμμένες· εκλάμψεις φοβισμένων κοριτσιών, ντυμένων με το λευκό των μαθητευομένων. Σίγουρα άφθονοι εφιάλτες τους θα περιείχαν τη Σέριαμ. Η Νυνάβε τις αγνόησε, καθώς προχωρούσε γρήγορα· δεν έμεναν στον Κόσμο των Ονείρων αρκετή ώρα για να τη δουν, αλλά, και να την έβλεπαν, θα την περνούσαν για τμήμα του δικού τους ονείρου.

Μια κοντή, πλατιά σκάλα έβγαζε στο γραφείο της Άμερλιν. Πλησιάζοντας, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της η Ελάιντα, με πρόσωπο ιδρωμένο, φορώντας μανδύα κόκκινο σαν αίμα, με το επιτραχήλιο της Έδρας της Άμερλιν τυλιγμένο στους ώμους της. Ή μάλλον, ήταν και δεν ήταν το επιτραχήλιο της Άμερλιν· δεν είχε γαλάζια ρίγα.

Τα αυστηρά εκείνα μάτια καρφώθηκαν στη Νυνάβε. «Είμαι η Έδρα της Άμερλιν, μικρούλα! Δεν ξέρεις ότι πρέπει να δείξεις σεβασμό; Θα σε―» Προτού τελειώσει τη φράση της, είχε εξαφανιστεί.

Η Νυνάβε έβγαλε νευρικά την ανάσα της. Η Ελάιντα Άμερλιν· να εφιάλτης. Μάλλον είναι το αγαπημένο της όνειρο, σκέφτηκε σαρκαστικά. Πιθανότερο είναι να χιονίσει στο Δάκρυ, παρά να φτάσει η Ελάιντα τόσο ψηλά.

Ο προθάλαμος ήταν όπως τον θυμόταν, μ’ ένα πλατύ τραπέζι και μια καρέκλα πίσω του για την Τηρήτρια των Χρονικών. Υπήρχαν μερικές καρέκλες στον τοίχο για τις Άες Σεντάι που περίμεναν να μιλήσουν με την Άμερλιν· οι μαθητευόμενες και οι Αποδεχθείσες στέκονταν ορθές. Όμως τα τακτικά απλωμένα χαρτιά στο τραπέζι, οι δεμένες περγαμηνές και οι μεγάλοι πάπυροι με τις σφραγίδες και τα γράμματα δεν θύμιζαν τον τρόπο της Ληάνε. Όχι ότι ήταν τσαπατσούλα, αντιθέτως, όμως η Νυνάβε ανέκαθεν πίστευε ότι το βράδυ τακτοποιούσε τα πάντα στη θέση τους.