Выбрать главу

Άνοιξε την πόρτα του εσωτερικού δωματίου, όμως τα βήματά της βράδυναν, καθώς έμπαινε. Δεν ήταν παράξενο που δεν είχε κατορθώσει να ονειρευτεί τον εαυτό της εκεί· το δωμάτιο δεν έμοιαζε καθόλου μ’ εκείνο που θυμόταν. Εκείνο το βαρύ, σκαλισμένο τραπέζι, η ψηλή, όμοια με θρόνο καρέκλα. Τα σκαμνιά με τις σκαλισμένες κληματσίδες, που ήταν παραταγμένα σε μια τέλεια καμπύλη μπροστά στο τραπέζι, χωρίς κανένα να ξεφεύγει έστω κι έναν πόντο από τη θέση του. Η Σιουάν Σάντσε προτιμούσε απλή επίπλωση, σαν να προσποιούταν ότι ήταν ακόμα κόρη ψαρά, και είχε μόνο μια επιπλέον καρέκλα, που δεν επέτρεπε πάντα στους επισκέπτες να τη χρησιμοποιήσουν. Κι εκείνο το λευκό βάζο γεμάτο κόκκινα τριαντάφυλλα, καλά στερεωμένο πάνω σ’ ένα βάθρο σαν μνημείο. Της Σιουάν της άρεσαν τα άνθη, αλλά προτιμούσε ένα πολύχρωμο μπουκέτο, κάτι σαν μινιατούρα χωραφιού γεμάτου αγριολούλουδα. Πάνω από το τζάκι κρεμόταν μια απλή ζωγραφιά που έδειχνε ψαρόβαρκες ανάμεσα σε ψηλές καλαμιές. Τώρα υπήρχαν δύο πίνακες, εκ των οποίων η Νυνάβε αναγνώρισε τον έναν. Ήταν ο Ραντ, που μαχόταν με τον Αποδιωγμένο ο οποίος αυτοαποκαλείτο Μπα’άλζαμον, στα σύννεφα πάνω από το Φάλμε. Ο άλλος, αποτελούμενος από τρία ξύλινα πάνελ, απεικόνιζε σκηνές που δεν της θύμιζαν τίποτα.

Η πόρτα άνοιξε και η καρδιά της βροντοχτύπησε. Μια κοκκινομάλλα Αποδεχθείσα, που δεν την είχε δει άλλη φορά, μπήκε στο δωμάτιο και την κοίταξε. Δεν εξαφανίστηκε. Τη στιγμή που η Νυνάβε ήταν έτοιμη να ξαναπηδήξει στο γραφείο της Σέριαμ, η κοκκινομάλλα είπε, «Νυνάβε, αν η Μελαίν ήξερε ότι χρησιμοποιείς το πρόσωπό της, θα σου έκανε κάτι χειρότερο από το να σε ντύσει με ένα παιδικό φορεματάκι». Και ξαφνικά ήταν η Εγκουέν με την Αελίτικη ενδυμασία της.

«Έχασα δέκα χρόνια από το φόβο εξαιτίας σου», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Άρα οι Σοφές αποφάσισαν τελικά να σε αφήσουν να πηγαινοέρχεσαι όπου θέλεις; Ή έρχεται και η Μελαίν-;»

«Καλά κάνεις και φοβάσαι», την αποπήρε η Εγκουέν, ενώ τα μάγουλά της ρόδιζαν. «Είσαι ανόητη, Νυνάβε. Ένα παιδάκι που παίζει με κερί στον αχυρώνα».

Η Νυνάβε έμεινε να χάσκει. Η Εγκουέν τη μάλωνε; «Άκουσέ με, Εγκουέν αλ’Βέρ. Δεν το ανέχομαι από τη Μελαίν και δεν θα το ανεχτώ από―»

«Από κάποιον πρέπει να τα ακούσεις, προτού πας και σκοτωθείς».

«Θα―»

«Έπρεπε να σου είχα πάρει το πέτρινο δαχτυλίδι. Έπρεπε να το είχα δώσει στην Ηλαίην, και να της έλεγα να μην σε αφήνει να το χρησιμοποιείς».

«Να της έλεγες να-!»

«Νομίζεις ότι τα παραφούσκωνε η Μελαίν;» είπε αυστηρά η Εγκουέν, κουνώντας το δάχτυλό της σχεδόν ακριβώς όπως η Μελαίν. «Κάθε άλλο, Νυνάβε. Οι Σοφές σου είπαν και σου ξαναείπαν την καθαρή αλήθεια για τον Τελ’αράν’ριοντ, αλλά εσύ νομίζεις ότι είναι ανόητες και δεν ξέρουν τι λένε. Είσαι μεγάλη γυναίκα, όχι κανένα χαζό παιδάκι. Τι να πω, η φρονιμάδα που είχες κάποτε τώρα έχει γίνει καπνός. Βρες την, Νυνάβε!» Ξεφύσηξε δυνατά, σιάζοντας το επώμιο στους ώμους της. «Αυτή τη στιγμή προσπαθείς να παίξεις με τις ωραίες φλόγες του τζακιού, και είσαι τόσο ανόητη που δεν καταλαβαίνεις ότι μπορεί να πέσεις μέσα».

Η Νυνάβε την κοίταζε έκπληκτη. Συχνά διαφωνούσαν, αλλά η Εγκουέν ποτέ δεν είχε προσπαθήσει να της τα ψάλει σαν να ήταν κοριτσάκι που το είχε πιάσει με το χέρι στο βάζο με το μέλι. Ποτέ! Το φόρεμα. Ήταν το φόρεμα Αποδεχθείσας που φορούσε και το πρόσωπο μιας άλλης. Άλλαξε κι έγινε ο εαυτός της, φορώντας ένα καλό γαλάζιο μάλλινο φόρεμα που φορούσε συχνά στις συναντήσεις του Κύκλου και όταν ήθελε να μαλώσει το Συμβούλιο. Ένιωθε να φορά την παλιά εξουσία της ως Σοφία. «Γνωρίζω καλά ότι υπάρχουν πολλά που δεν ξέρω», είπε ήρεμα, «όμως εκείνες οι Αελίτισσες―»

«Συνειδητοποιείς ότι μπορείς να μπεις σε κάτι απ’ όπου δεν θα μπορείς να βγεις; Εδώ τα όνειρα είναι αληθινά. Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να παρασυρθεί σε ένα αγαπημένο σου όνειρο, αυτό μπορεί να σε παγιδεύσει. Θα παγίδευες τον εαυτό σου. Μέχρι που θα πέθαινες».

«Μα θα—;»

«Υπάρχουν εφιάλτες που περιδιαβαίνουν τον Τελ’αράν’ριοντ, Νυνάβε».

«Θα με αφήσεις να μιλήσω;» είπε ξερά η Νυνάβε. Ή μάλλον προσπάθησε να το πει ξερά· η φωνή της είχε ικεσία και σύγχυση. Ανεπίτρεπτα και τα δύο.

«Όχι, δεν σε αφήνω», είπε σταθερά η Εγκουέν. «Μόνο όταν θελήσεις να πεις κάτι που αξίζει να ακούσω. Είπα εφιάλτες κι εννοούσα εφιάλτες, Νυνάβε. Όταν κάποιος βλέπει εφιάλτη στον Τελ’αράν’ριοντ, είναι και ο εφιάλτης πραγματικός. Και μερικές φορές επιζεί, ακόμα κι όταν φύγει ο ονειρευτής, Δεν το καταλαβαίνεις, ε;»