Выбрать главу

Ξαφνικά, δυνατά χέρια άρπαξαν τη Νυνάβε από τα μπράτσα. Το κεφάλι της τινάχτηκε πέρα-δώθε, τα μάτια της γούρλωσαν. Δύο πελώριοι κουρελήδες τη σήκωσαν στον αέρα, με πρόσωπα μισολιωμένα απομεινάρια γδαρμένης σάρκας, με σαλιωμένα στόματα γεμάτα κοφτερά, κιτρινιάρικα δόντια. Η Νυνάβε προσπάθησε να τους κάνει να εξαφανιστούν —αν μπορούσε να το κάνει αυτό μια Σοφή, τότε μπορούσε κι αυτή― κι ο ένας της έσχισε το φόρεμα μπροστά σαν να ’ταν από πάπυρο. Ο άλλος της άρπαξε το σαγόνι με ένα σκληρό, γεμάτο κάλους χέρι και της έστριψε το πρόσωπο προς το μέρος του· το κεφάλι του έσκυψε και την πλησίασε, με το στόμα να ανοίγει. Δεν ήξερε αν ήθελε να τη φιλήσει ή να τη δαγκώσει, αλλά θα προτιμούσε να πεθάνει είτε ήταν το ένα είτε το άλλο. Πάλεψε να πιάσει το σαϊντάρ και δεν βρήκε τίποτα· αυτό που την πλημμύριζε ήταν τρόμος, όχι θυμός. Χοντρά νύχια χώθηκαν στα μάγουλά της, κρατώντας το κεφάλι της ακίνητο. Της το είχε κάνει η Εγκουέν με κάποιον τρόπο. Η Εγκουέν. «Σε παρακαλώ, Εγκουέν!» Ήταν στριγκλιά αυτό που έβγαλε, και ήταν τόσο έντρομη που δεν την ένοιαζε. «Σε παρακαλώ!»

Οι άνδρες —τα πλάσματα― εξαφανίστηκαν και τα πόδια της έπεσαν στο πάτωμα. Στην αρχή, μπόρεσε μόνο να μείνει εκεί ριγώντας και σιγοκλαίγοντας. Διόρθωσε βιαστικά το σχισμένο φόρεμά της, όμως τα γδαρσίματα από τα μακριά νύχια έμειναν στο λαιμό και στο στήθος της. Μπορούσες εύκολα να μπαλώσεις τα ρούχα στον Τελ’αράν’ριοντ, όμως ό,τι πάθαινε ο άνθρωπος... Τα γόνατά της έτρεμαν τόσο που με δυσκολία έμενε όρθια.

Περίμενε πως η Εγκουέν θα την παρηγορούσε, κι αυτή τη φορά θα το δεχόταν μετά χαράς. Όμως εκείνη είπε μόνο, «Υπάρχουν χειρότερα πράγματα εδώ, αλλά και οι εφιάλτες δεν είναι καθόλου ευχάριστοι. Αυτούς εδώ τους έφτιαξα και τους εξαφάνισα, αλλά ακόμα κι εγώ έχω πρόβλημα με τους εφιάλτες που βρίσκω τυχαία. Και δεν προσπάθησα να τους διατηρήσω, Νυνάβε. Αν ήξερες πώς να τους διαλύσεις, θα μπορούσες να το κάνεις».

Η Νυνάβε τίναξε θυμωμένη το κεφάλι και αρνήθηκε να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάγουλά της. «Θα μπορούσα να ονειρευτώ τον εαυτό μου αλλού. Στο γραφείο της Σέριαμ ή στο κρεβάτι μου». Δεν είχε μιλήσει γκρινιάρικα. Φυσικά και όχι.

«Αν δεν ήσουν τόσο παγωμένη από τον τρόμο, που δεν μπορούσες να το σκεφτείς», είπε ξερά η Εγκουέν. «Έλα τώρα, μην μουτρώνεις έτσι. Είναι ανόητη αυτή η έκφραση πάνω σου».

Αυτή την αγριοκοίταξε, όμως το βλέμμα της δεν πέτυχε όπως άλλοτε· αντί να αρχίσει καβγά, η Εγκουέν απλώς την κοίταξε υψώνοντας το φρύδι. «Αυτά δεν μοιάζουν να είναι της Σιουάν Σάντσε», είπε η Νυνάβε, για να αλλάξει θέμα. Τι την είχε πιάσει τη μικρή;

«Δεν μοιάζουν», συμφώνησε η Εγκουέν, κοιτώντας ολόγυρα στο δωμάτιο. «Καταλαβαίνω τώρα γιατί αναγκάστηκα να έρθω από το παλιό μου δωμάτιο στους κοιτώνες των μαθητευομένων. Φαντάζομαι όμως ότι ο κόσμος καμιά φορά αποφασίζει να δοκιμάσει κάτι καινούριο».

«Αυτό εννοώ», της είπε υπομονετικά η Νυνάβε. Δεν είχε μιλήσει γκρινιάρικα, και δεν έδειχνε μουτρωμένη. Ήταν γελοίο. «Η γυναίκα που επίπλωσε αυτό το δωμάτιο δεν κοιτάζει τον κόσμο με τον τρόπο της γυναίκας που είχε διαλέξει ό,τι ήταν άλλοτε εδώ. Κοίταξε αυτούς τους πίνακες. Δεν καταλαβαίνω τι είναι εκείνη η τριάδα, αλλά τον άλλο ξέρω ότι τον αναγνωρίζεις». Το είχαν δει και οι δυο τους την ώρα που συνέβαινε.

«Η Μπόνχουιν, νομίζω», είπε συλλογισμένα η Εγκουέν. «Δεν άκουγες τα μαθήματα που έπρεπε. Είναι ένα τρίπτυχο».

«Ό,τι και να ’ναι, το σημαντικό είναι το άλλο». Άκουγε με προσοχή τις Κίτρινες. Τα υπόλοιπα ήταν συνήθως άχρηστες χαζομάρες. «Μου φαίνεται ότι η γυναίκα που το κρέμασε θέλει να της θυμίζει πόσο επικίνδυνος είναι ο Ραντ. Αν για κάποιο λόγο η Σιουάν Σάντσε έχει στραφεί εναντίον του Ραντ... Εγκουέν, αυτό μπορεί να είναι πολύ χειρότερο από το να θέλει απλώς να ξαναφέρει την Ηλαίην στον Πύργο».

«Ίσως», είπε η Εγκουέν επιφυλακτικά. «Ίσως βρούμε κάτι στα χαρτιά. Εσύ ψάξε εδώ. Όταν τελειώσω από το γραφείο της Ληάνε, θα σε βοηθήσω».

Η Νυνάβε κοίταξε αγανακτισμένα την Εγκουέν που έφευγε. Ψάξε εδώ, τι τρόπος είναι αυτός! Η Εγκουέν δεν είχε δικαίωμα να δίνει διαταγές. Της ερχόταν να την ακολουθήσει και να της το πει έξω απ’ τα δόντια. Τότε γιατί στέκεσαι εδώ ακίνητη σαν ντουβάρι; αναρωτήθηκε θυμωμένα. Ήταν καλή ιδέα να ψάξει τα χαρτιά, και δεν άλλαζε τίποτα, αν έψαχνε εκεί έξω ή εδώ μέσα. Και μάλιστα ήταν πιθανότερο να υπάρχει κάτι σημαντικό στο γραφείο της Άμερλιν. Μουρμουρίζοντας μόνη της τι θα έκανε για να δώσει ένα μάθημα στην Εγκουέν, πλησίασε το πολυτελές, σκαλισμένο τραπέζι, κλωτσώντας σε κάθε βήμα το φουστάνι της.

Στο τραπέζι δεν υπήρχε τίποτα εκτός από τρία περίτεχνα λακαρισμένα κουτάκια, τοποθετημένα με εξονυχιστική ακρίβεια. Έχοντας κατά νου τις διάφορες παγίδες που μπορούσε να βάλει όποιος ήθελε να εξασφαλίσει την ησυχία του, και σχημάτισε ένα μακρύ ραβδί για να ανοίξει το καπάκι του πρώτου, που ήταν χρυσοπράσινο και στολισμένο με ερωδιούς που βημάτιζαν. Είχε σύνεργα γραφής, πένες και μελάνι και άμμο. Το πιο μεγάλο κουτί, με κόκκινα τριαντάφυλλα που στριφογυρνούσαν ανάμεσα σε χρυσές σπείρες, είχε πάνω από είκοσι ντελικάτα αγαλματίδια από φίλντισι και τυρκουάζ, που παρίσταναν ζώα και ανθρώπους, απλωμένα σε ανοιχτό γκρίζο βελούδο.