Выбрать главу

Ανοίγοντας το καπάκι του τρίτου κουτιού —χρυσά γεράκια που πολεμούσαν ανάμεσα σε λευκά σύννεφα στον γαλανό ουρανό― πρόσεξε ότι τα πρώτα δύο κουτιά είχαν ξανακλείσει. Τέτοια πράγματα συνέβαιναν εδώ, λες και τα πάντα ήθελαν να μείνουν όπως ήταν στον ξυπνητό κόσμο· εκτός αυτού, αν έπαιρνες το βλέμμα για μια στιγμή, όταν ξανακοίταζες οι λεπτομέρειες μπορεί να ήταν διαφορετικές.

Το τρίτο κουτί είχε πράγματι έγγραφα. Το ραβδί χάθηκε και η Νυνάβε σήκωσε με άκρα προσοχή το πάνω φύλλο της περγαμηνής. Υπογεγραμμένο με τυπικότητα «Τζολίνε Άες Σεντάι», ήταν μια ταπεινή αίτηση της αδελφής να εκτίσει μια σειρά τιμωριών, που έκαναν τη Νυνάβε να ανατριχιάσει και μόνο που τις διάβαζε στα γρήγορα. Δεν ήταν κάτι που είχε σημασία, παρά μόνο για την Τζολίνε. Κάτω-κάτω κάποιος είχε γράψει «εγκρίνεται» με λοξά γράμματα. Όταν η Νυνάβε έκανε να ξαναβάλει στη θέση της την περγαμηνή, αυτή ξεθώριασε και χάθηκε· και το κουτί επίσης ήταν κλειστό.

Αναστέναξε και το ξανάνοιξε. Τα χαρτιά μέσα έμοιαζαν διαφορετικά. Κρατώντας το καπάκι, άρχισε να τα βγάζει ένα-ένα και να τα διαβάζει γοργά. Ή τουλάχιστον προσπάθησε να τα διαβάσει. Μερικές φορές τα γράμματα και οι αναφορές χάνονταν τη στιγμή που τις σήκωνε, μερικές φορές όταν δεν φτάσει ακόμη στα μισά της σελίδας. Σ’ όσα υπήρχε προσφώνηση, έλεγαν απλώς, «Μητέρα, με σεβασμό». Μερικά υπογράφονταν από Άες Σεντάι, άλλα από γυναίκες με διαφορετικούς τίτλους, αριστοκράτισσες ή δίχως κανένα αξίωμα. Τίποτα απ’ αυτά δεν είχε σχέση με το ζήτημα που αντιμετώπιζαν. Ο Στρατάρχης της Σαλδαίας και ο στρατός του δεν μπορούσαν να βρεθούν και η Βασίλισσα Τενόμπια αρνιόταν να συνεργαστεί· η Νυνάβε κατάφερε να τελειώσει την αναφορά, αλλά το κείμενο θεωρούσε δεδομένο ότι εκείνη που θα το διάβαζε ήξερε για ποιο λόγο ο αξιωματικός δεν ήταν στη Σαλδαία και σε τι χρειαζόταν η συνεργασία της Βασίλισσας. Εδώ και τρεις βδομάδες, κανένα Άτζα δεν είχε λάβει αναφορά από τους πληροφοριοδότες του στο Τάντσικο· πιο πέρα απ’ αυτό το γεγονός δεν είχε προλάβει να διαβάσει. Η ένταση μεταξύ του Ίλιαν και του Μουράντυ υποχωρούσε και ο Πέντρον Νάιαλ ισχυριζόταν ότι αυτό οφειλόταν στον ίδιο· ακόμα και στις λίγες αράδες που είχε διαβάσει, φαινόταν ότι όποια το είχε γράψει έτριζε τα δόντια της. Σίγουρα τα γράμματα ήταν όλα σημαντικά, κι εκείνα που είχε καταφέρει να διαβάσει γοργά κι εκείνα που ξεθώριαζαν μπροστά στα μάτια της, αλλά δεν τη βοηθούσαν σε τίποτα. Μόλις είχε πιάσει μια αναφορά με θέμα τις υποψίες —αυτή ήταν η λέξη που χρησιμοποιείτο― για πιθανή συγκέντρωση Γαλάζιων αδελφών, όταν από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε η γοερή κραυγή, «Όχι, Φως μου!»

Χίμηξε στην πόρτα, κάνοντας ένα γερό ραβδί να φανεί στα χέρια της, με κεφάλι γεμάτο χοντρά ξύλινα καρφιά. Όταν όμως έτρεξε, περιμένοντας ότι θα έβρισκε την Εγκουέν να δέχεται επίθεση, είδε ότι η άλλη στεκόταν πίσω από το τραπέζι της Τηρήτριας με απλανές βλέμμα. Είχε μια έκφραση φρίκης, βεβαίως, αλλά απ’ ό,τι έβλεπε η Νυνάβε, τίποτα δεν είχε πάθει και τίποτα δεν την απειλούσε.

Η Εγκουέν τινάχτηκε όταν την είδε, και μετά πάσχισε να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. «Νυνάβε, η Ελάιντα είναι η Έδρα της Άμερλιν».

«Μην είσαι χαζή», έκανε περιπαιχτικά η Νυνάβε. Όμως το άλλο δωμάτιο, που δεν ταίριαζε καθόλου στη Σιουάν Σάντσε... «Βάζεις πράγματα με το νου σου. Είναι αδύνατον αυτό που λες».

«Είχα μια περγαμηνή στα χέρια, Νυνάβε, που υπογραφόταν “Ελάιντα ντο Αβρινύ α’Ρόιχαν, Φύλακας των Σφραγίδων, Φλόγα της Ταρ Βάλον, Έδρα της Άμερλιν”, σφραγισμένο με τη σφραγίδα της Άμερλιν».

Η Νυνάβε ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται. «Μα πώς; Τι έπαθε η Σιουάν; Εγκουέν, ο Πύργος δεν καθαιρεί μια Άμερλιν, παρά μόνο αν συμβεί κάτι σοβαρό, Μόνο δύο έχουν καθαιρεθεί εδώ και σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια».

«Μπορεί ο Ραντ να ήταν κάτι αρκετά σοβαρό». Η φωνή της Εγκουέν ήταν σταθερή, αν και τα μάτια της ήταν ακόμα σχεδόν διάπλατα ανοιχτά. «Ίσως η Σιουάν να αρρώστησε από κάτι που οι Κίτρινες δεν μπορούσαν να Θεραπεύσουν, ή να έπεσε στη σκάλα και να έσπασε το σβέρκο της. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Ελάιντα είναι Άμερλιν. Δεν νομίζω ότι θα υποστηρίξει τον Ραντ όπως έκανε η Σιουάν».

«Η Μουαραίν», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Ήταν τόσο σίγουρη ότι η Σιουάν θα έφερνε τον Πύργο με το μέρος του». Δεν μπορούσε να φανταστεί τη Σιουάν Σάντσε νεκρή. Συχνά ένιωθε ότι μισούσε εκείνη τη γυναίκα, μερικές φορές τη φοβόταν —τώρα πια μπορούσε να το παραδεχθεί, τουλάχιστον στον εαυτό της― αλλά επίσης τη σεβόταν. Νόμιζε ότι η Σιουάν θα υπήρχε για πάντα. «Η Ελάιντα. Φως μου! Έχει την κακία του φιδιού και την αγριότητα της γάτας. Ποιος ξέρει άραγε τι θα κάνει!»