Выбрать главу

«Φοβάμαι ότι έχω μια ιδέα». Η Εγκουέν ζούληξε με τα δύο χέρια το στομάχι της, σαν να ήθελε να σταματήσει και τη δική της αναγούλα. «Ήταν ένα πολύ σύντομο έγγραφο. Κατάφερα να το διαβάσω ολόκληρο. “Ζητούμε απ’ όλες τις πιστές αδελφές να αναφέρουν την παρουσία της γυναίκας που λέγεται Μουαραίν Ντέημοντρεντ. Πρέπει να αιχμαλωτιστεί, αν είναι εφικτό κάτι τέτοιο, με χρήση κάθε μέσου, και να επιστρέψει στον Λευκό Πύργο, προκειμένου να δικαστεί με την κατηγορία της προδοσίας”. Είναι η ίδια γλώσσα που φαίνεται να είχαν χρησιμοποιήσει για την Ηλαίην».

«Αν η Ελάιντα θέλει να συλληφθεί η Μουαραίν, τότε αυτό σημαίνει πως ξέρει ότι η Μουαραίν βοηθούσε τον Ραντ, και δεν της αρέσει». Ήταν καλό να μιλά. Όταν μιλούσε, δεν ένιωθε το ανακατωμένο στομάχι της. Προδοσία. Για κάτι τέτοιο σιγάνευαν. Η Νυνάβε ήθελε να τιμωρήσει τη Μουαραίν. Τώρα, θα της έκανε τη χάρη η Ελάιντα. «Αποκλείεται βέβαια να υποστηρίξει τον Ραντ».

«Ακριβώς».

«Πιστές αδελφές. Εγκουέν, αυτό ταιριάζει με το μήνυμα της Μακούρα. Ό,τι και να συνέβη στη Σιουάν, τα Άτζα διχάστηκαν για το ζήτημα της Ελάιντα ως Αμερλιν. Αυτό πρέπει να έγινε».

«Ναι, φυσικά. Μπράβο, Νυνάβε. Δεν κατάλαβα».

Το χαμόγελό της ήταν τόσο ευχαριστημένο που η Νυνάβε της το ανταπέδωσε. «Υπάρχει μια αναφορά στο γραφείο της Σι ― στο γραφείο της Αμερλιν, που λέει για μια συγκέντρωση Γαλάζιων. Τη διάβαζα όταν φώναξες. Πάω στοίχημα ότι οι Γαλάζιες δεν υποστήριξαν την Ελάιντα». Το Γαλάζιο και το Κόκκινο Άτζα είχαν στην καλύτερη των περιπτώσεων ευαίσθητη εκεχειρία ανάμεσά τους και στη χειρότερη ήταν έτοιμα να πιαστούν στα χέρια.

Αλλά όταν ξαναμπήκαν στο εσωτερικό δωμάτιο, η αναφορά δεν φαινόταν πουθενά. Υπήρχαν άφθονα έγγραφα —το γράμμα της Τζολίνε είχε ξανακάνει την εμφάνιση του· η Εγκουέν το διάβασε για λίγο και ύψωσε τα φρύδια σχεδόν ως τα μαλλιά της― όμως όχι εκείνο που ήθελαν.

«Θυμάσαι τι έλεγε;» ρώτησε η Εγκουέν.

«Μόλις είχα διαβάσει μερικές γραμμές όταν φώναξες, και... Δεν θυμάμαι».

«Προσπάθησε, Νυνάβε. Βάλε τα δυνατά σου».

«Προσπαθώ, αλλά δεν το θυμάμαι. Προσπαθώ, στ’ αλήθεια».

Όταν η Νυνάβε κατάλαβε τι έκανε, ένιωσε σαν να την είχαν χτυπήσει ξαφνικά με σφυρί ανάμεσα στα μάτια. Απολογείτο. Στην Εγκουέν, σε μια κοπέλα που δεν είχαν περάσει ούτε δυο χρόνια από τότε που την είχε δείρει με βέργα στον πισινό, επειδή ήταν άτακτη. Και νωρίτερα ήταν περήφανη σαν χήνα που είχε γεννήσει αυγό, επειδή η Εγκουέν ήταν ευχαριστημένη μαζί της. Θυμόταν καθαρά τη μέρα που είχε αλλάξει η ισορροπία ανάμεσά τους, τότε που είχαν πάψει να είναι η Σοφία και η κοπέλα που υπάκουγε σε διαταγές, και είχαν γίνει απλώς δυο γυναίκες μακριά από την πατρίδα. Της φαινόταν ότι η ισορροπία είχε αλλάξει κι άλλο, κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Κάτι έπρεπε να κάνει για να την επαναφέρει εκεί που ήταν το σωστό.

Το ψέμα. Είχε πει σκοπίμως ψέμα στην Εγκουέν για πρώτη φορά σήμερα. Γι’ αυτό είχε χάσει την ηθική ανωτερότητά της, γι’ αυτό τριγυρνούσε σαν χαμένη και πάλευε μάταια να επιβάλει τη θέληση της. «Ήπια το τσάι, Εγκουέν», Πρόφερε την κάθε λέξη προσεγμένα, αποφασισμένα. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία. «Το τσάι από διχαλόριζα, που είχε κάνει εκείνη η Μακούρα. Αυτή και η Λούσι μας ανέβασαν στον πάνω όροφο σαν σακιά με πούπουλα. Τόση δύναμη μας είχε απομείνει. Αν δεν είχαν έρθει να μας βγάλουν ο Θομ και ο Τζούιλιν, μάλλον ακόμα εκεί θα ήμασταν. Ή ίσως καθ’ οδόν προς τον πύργο, τόσο ξέχειλες από διχαλόριζα, που θα ξυπνούσαμε μόνο όταν φτάναμε». Πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπάθησε να πάρει τόνο ακριβοδίκαιο και αποφασισμένο, αλλά ήταν δύσκολο όταν μόλις είχε ομολογήσει το ρεζίλι της. Τα λόγια της βγήκαν πιο παρακλητικά απ’ όσο ήθελε. «Αν πεις γι’ αυτό στις Σοφές —ειδικά σε κείνη τη Μελαίν― θα σου στρίψω το αυτάκι».

Κάτι απ’ όλα αυτά θα έπρεπε να είχε προκαλέσει την οργή της Εγκουέν. Φαινόταν παράξενο που ήθελε να αρχίσει καυγά —συνήθως οι τσακωμοί τους οφείλονταν στο ότι η Εγκουέν αρνιόταν να ακούσει τη φωνή της λογικής, και σπάνια τελείωναν ευχάριστα, μιας και η κοπέλα είχε μάθει να επιμένει στην άρνηση της― αλλά ο καυγάς θα ήταν προτιμότερος από αυτό εδώ. Όμως η Εγκουέν απλώς της χαμογέλασε. Της χαμογέλασε με θυμηδία. Της χαμογέλασε συγκαταβατικά με θυμηδία.

«Το υποψιαζόμουν, για να μην πω ότι ήμουν σίγουρη, Νυνάβε. Μέρα και νύχτα μιλούσες για τα βότανα, αλλά ποτέ δεν ανέφερες κανένα φυτό που να λέγεται διχαλόριζα. Ήμουν σίγουρη ότι δεν το είχες ακούσει προτού το αναφέρει αυτή η γυναίκα. Πάντα προσπαθείς να εξωραΐσεις την κατάσταση. Αν έπεφτες με το κεφάλι στο χοιροστάσιο, θα πήγαινες να τους πείσεις όλους ότι το έκανες εκούσια. Τώρα, αυτό που πρέπει να αποφασίσουμε―»