«Δεν κάνω τέτοια πράγματα», διαμαρτυρήθηκε ξαφνιασμένη η Νυνάβε.
«Πώς δεν κάνεις! Τα στοιχεία δε δέχονται αντίρρηση. Προτιμότερο να αφήσεις την κλάψα και να με βοηθήσεις να αποφασίσουμε―»
Την κλάψα; Η κατάσταση είχε ξεφύγει απ’ αυτό που περίμενε. «Δεν είναι. Αναντίρρητα, εννοώ. Ποτέ δεν έκανα αυτό που λες».
Η Εγκουέν έμεινε να την κοιτάζει αμίλητη για μια στιγμή. «Δεν το αφήνεις να περάσει, ε; Καλά λοιπόν. Μου είπες ψέματα...»
«Δεν ήταν ολότελα ψέμα», μουρμούρισε αυτή.
Η άλλη δεν έδωσε σημασία στη διακοπή. «...Και λες ψέματα στον εαυτό σου. Θυμάσαι τι με έβαλες να πιω την τελευταία φορά που σου είπα ψέματα;» Ξαφνικά, βρέθηκε ένα κύπελλο στο χέρι της, γεμάτο από ένα πηχτό υγρό αηδιαστικού πράσινου χρώματος· έμοιαζε σαν να το είχε πάρει από βρωμερά στάσιμα νερά. «Τη μοναδική φορά που σου είπα ψέματα. Η ανάμνηση εκείνης της γεύσης ήταν τέλειο αποτρεπτικό. Αν δεν μπορείς να πεις την αλήθεια ούτε καν στον εαυτό σου...»
Η Νυνάβε έκανε ένα βήμα πίσω προτού καταφέρει να συγκρατηθεί. Ήταν βρασμένο γατόχορτο και κοπανισμένη πικρόριζα· η γλώσσα της τρεμούλιασε και μόνο που το σκεφτόταν. «Δεν ήταν ακριβώς ψέμα». Γιατί έλεγε δικαιολογίες; «Απλώς δεν είπα ολόκληρη την αλήθεια». Είμαι η Σοφία! Ήμουν η Σοφία· δεν μπορεί, κάποια σημασία θα έχει ακόμα αυτό. «Δεν φαντάζομαι να νομίζεις...» Απλώς πες της το. Δεν είσαι παιδί, και φυσικά δεν πρόκειται να το πιεις. «Εγκουέν, το―» Η Εγκουέν της έφερε το κύπελλο κάτω από τη μύτη· η Νυνάβε μπορούσε να μυρίσει την όξινη αποφορά. «Καλά», είπε βιαστικά. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο! Αλλά δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα από κείνο το κύπελλο που ξεχείλιζε, και δεν μπόρεσε να σταματήσει τα λόγια της που βγήκαν με κόπο. «Μερικές φορές προσπαθώ να παρουσιάσω με πιο ευνοϊκό για μένα τρόπο μια κατάσταση. Μερικές φορές. Αλλά ποτέ κάτι σημαντικό. Ποτέ... δεν είπα ψέματα... για κάτι σημαντικό. Ποτέ, τ’ ορκίζομαι. Μόνο για μικροπράγματα». Το κύπελλο χάθηκε και η Νυνάβε άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης. Χαζή γυναίκα! Δεν μπορούσε να σε αναγκάσει να το πιεις! Τι σ’ έπιασε;
«Αυτό που πρέπει να αποφασίσουμε», είπε η Εγκουέν, λες και δεν είχε συμβεί τίποτα, «είναι σε ποια να το πούμε. Η Μουαραίν πρέπει να το μάθει οπωσδήποτε, και ο Ραντ, αλλά, αν μαθευτεί απ’ όλους... Οι Αελίτες είναι παράξενοι, ακόμα και στο θέμα των Άες Σεντάι. Νομίζω πως, ό,τι και να γίνει, θα ακολουθήσουν τον Ραντ, επειδή είναι Εκείνος Που Έρχεται Με την Αυγή, αλλά, αν μάθουν ότι ο Λευκός Πύργος είναι εναντίον του, ίσως να χάσουν το ζήλο τους».
«Κάποια στιγμή θα το μάθουν», μουρμούρισε η Νυνάβε. Δεν θα με ανάγκαζε να το πιω!
«Όσο αργεί η στιγμή εκείνη, τόσο το καλύτερο, Νυνάβε. Κοίτα, λοιπόν, μην σε πιάσουν τα νεύρα σου και τα πεις όλα αυτά στις Σοφές στην επόμενη συνάντησή μας. Μάλιστα, το καλύτερο θα ήταν να μην αναφέρεις πουθενά αυτή την επίσκεψη στον Πύργο. Έτσι ίσως μείνει μυστικό».
«Δεν είμαι βλάκας», είπε παγερά η Νυνάβε κι ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε, όταν η Εγκουέν σήκωσε ξανά το φρύδι της. Δεν θα έπιανε κουβέντα με τις Σοφές γι’ αυτή την επίσκεψη. Όχι πως θα ήταν ευκολότερο να τις αψηφήσει πίσω από την πλάτη τους. Κάθε άλλο. Και δεν προσπαθούσε να εξωραΐζει τις καταστάσεις. Δεν ήταν δίκαιο που η Εγκουέν μπορούσε να πεταχτεί στον Τελ’αράν’ριοντ όποτε της κάπνιζε, ενώ τη Νυνάβε τη φοβέριζαν και της έκαναν κήρυγμα.
«Το ξέρω», είπε η Εγκουέν. «Εκτός απ’ όταν αφήνεις τα νεύρα σου να σε καθοδηγούν, Πρέπει να τα συγκρατείς και να διατηρείς την αυτοκυριαρχία σου, αν έχεις δίκιο για τους Αποδιωγμένους, ειδικά για τη Μογκέντιεν». Η Νυνάβε την αγριοκοίταξε κι άνοιξε το στόμα για να πει ότι μπορούσε να συγκρατήσει τα νεύρα της και ότι θα της έστριβε το αυτί, αν δεν το παραδεχόταν, όμως εκείνη δεν της έδωσε την ευκαιρία. «Πρέπει να βρούμε εκείνη τη συγκέντρωση των Γαλάζιων αδελφών, Νυνάβε. Αν αντιστέκονται στην Ελάιντα, τότε ίσως —όχι σίγουρα, ίσως― να υποστηρίξουν τον Ραντ, όπως έκανε η Σιουάν. Μήπως ανέφεραν καμία πόλη, κανένα χωριό; Έστω μια χώρα;»
«Νομίζω... δεν θυμάμαι». Πάσχισε να διώξει τη συστολή από τη φωνή της. Φως μου, ομολόγησα τα πάντα, γελοιοποιήθηκα, και δες που τα έκανα χειρότερα! «Θα προσπαθήσω κι άλλο».
«Ωραία. Πρέπει να τις βρούμε, Νυνάβε». Για μια στιγμή, η Εγκουέν στάθηκε να την περιεργαστεί, ενώ η Νυνάβε προσπάθησε να μην επαναλάβει τα λόγια της. «Νυνάβε, να προσέχεις με τη Μογκέντιεν. Μην χιμάς σαν αρκούδα την άνοιξη μόνο και μόνο επειδή σου ξέφυγε στο Τάντσικο».