«Δεν είμαι βλάκας, Εγκουέν», είπε με προσοχή η Νυνάβε. Ήταν κουραστικό να δείχνει αυτοσυγκράτηση, αλλά, αν έχανε την ψυχραιμία της, η Εγκουέν ή θα την αγνοούσε ή θα τη μάλωνε, και το μόνο που θα κέρδιζε ήταν ότι θα φαινόταν ακόμα πιο χαζή.
«Το ξέρω. Το ξανάπες. Να το θυμάσαι όμως. Έχε το νου σου». Αυτή τη φορά, η Εγκουέν εξαφανίστηκε χωρίς να ξεθωριάσει πρώτα, ξαφνικά όσο η Μπιργκίτε.
Η Νυνάβε έμεινε να κοιτάζει το σημείο που βρισκόταν πριν η Εγκουέν, κλωθογυρίζοντας με το νου της όλα όσα θα μπορούσε να είχε πει. Στο τέλος, κατάλαβε ότι μπορεί να έμενε όλη τη νύχτα εκεί· είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται, και δεν ήταν πια ώρα για λόγια. Μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της, βγήκε από τον Τελ’αράν’ριοντ και ξαναβρέθηκε στο κρεβάτι της στη Σιέντα.
Τα μάτια της Εγκουέν άνοιξαν απότομα στο πυκνό σκοτάδι, το οποίο διαπερνούσαν οι ακτίνες του σεληνόφωτος που χυνόταν από την καμινάδα. Χάρηκε που είχε σκεπαστεί με μια στοίβα κουβέρτες· η φωτιά είχε σβήσει και στη σκηνή επικρατούσε παγωνιά. Η ανάσα της γινόταν ομίχλη μπροστά στο πρόσωπό της. Χωρίς να υψώσει το κεφάλι, κοίταξε ολόγυρα. Δεν έβλεπε καμία Σοφή. Ήταν ακόμα μόνη.
Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος στις μοναχικές εξορμήσεις της στον Τελ’αράν’ριοντ: μήπως επέστρεφε κι έβρισκε να την περιμένει η Άμυς ή κάποια απ’ τις άλλες. Καλά, μπορεί να μην ήταν ο μεγαλύτερος φόβος της —δεν είχε υπερβάλει μιλώντας στη Νυνάβε για τους κινδύνους στον Κόσμο των Ονείρων― αλλά ήταν μεγάλος. Δεν τη φόβιζε η τιμωρία, το είδος της τιμωρίας που συνήθιζε να της επιβάλλει η Μπάιρ. Αν είχε ξυπνήσει και έβρισκε μια Σοφή να την κοιτάζει, θα τη δεχόταν μετά χαράς, αλλά η Άμυς της είχε πει σχεδόν εξαρχής ότι, αν έμπαινε στον Τελ’αράν’ριοντ χωρίς να τη συνοδεύει καμία τους, τότε θα την έδιωχναν, θα αρνούνταν να τη διδάξουν πλέον. Αυτό την έκανε να τρέμει χειρότερα από όλα τα άλλα. Έστω κι έτσι όμως έπρεπε να συνεχίσει. Παρ’ όλο που τη δίδασκαν γρήγορα, δεν ήταν αρκετά γρήγορα. Ήθελε να μάθει τώρα, να μάθει τα πάντα.
Διαβιβάζοντας, άναψε τη λάμπα κι έκανε φλόγες να ξεπηδήσουν στην εστία· δεν είχαν τι να κάψουν, όμως στερέωσε την ύφανση. Έμεινε ξαπλωμένη, κοιτώντας την ανάσα της να δημιουργεί ομίχλη μπροστά στο στόμα της, και περίμενε να ζεσταθεί το μέρος για να ντυθεί. Ήταν αργά, όμως ίσως η Μουαραίν να ήταν ακόμη ξύπνια.
Ακόμα ένιωθε αποσβολωμένη από αυτό που είχε συμβεί με τη Νυνάβε. Μου φαίνεται ότι θα το έπινε στ’ αλήθεια, αν την πίεζα. Φοβόταν μήπως μάθαινε η Νυνάβε ότι δεν είχε την άδεια των Σοφών να τριγυρνά μονάχη στον Κόσμο των Ονείρων, ήταν τόσο σίγουρη ότι την είχε προδώσει εκείνο το αναψοκοκκίνισμα της ντροπής, κι έτσι το μόνο που είχε στο νου της ήταν πώς θα έκανε τη Νυνάβε να μην μιλήσει, πώς θα την εμπόδιζε να βρει την αλήθεια. Και ήταν τόσο σίγουρη ότι η Νυνάβε θα έβρισκε ούτως ή άλλως την αλήθεια —ήταν ικανή να τη φανερώσει στις άλλες και να πει ότι ήταν για το καλό της Εγκουέν― ώστε το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να συνεχίσει να μιλά και να εστιάζει στα λάθη της Νυνάβε. Όσο και να τη θύμωνε η Νυνάβε, δεν την είχε κάνει να υψώσει τη φωνή της. Και με κάποιον τρόπο, μ’ όλα αυτά, είχε πάρει το πάνω χέρι.
Τώρα που το σκεφτόταν, βέβαια, η Μουαραίν σπανίως ύψωνε τη φωνή, και όταν το έκανε, τότε ήταν που δεν πετύχαινε αυτό που ήθελε. Αυτό γινόταν πριν ακόμα αρχίσει να φέρεται τόσο παράξενα με τον Ραντ. Οι Σοφές δεν έβαζαν τις φωνές σε κανέναν —μόνο η μια στην άλλη, πού και πού― αλλά, παρ’ όλο που γκρίνιαζαν πως οι αρχηγοί δεν τις άκουγαν πια, πολύ συχνά πετύχαιναν το σκοπό τους. Υπήρχε ένα παλιό ρητό, το οποίο δεν είχε καταλάβει ποτέ άλλοτε: «Πασχίζει ν’ ακούσει ψίθυρο εκείνος που αρνείται να ακούσει την κραυγή». Δεν θα ξανάβαζε τις φωνές στον Ραντ. Μια ήρεμη, αποφασιστική, ώριμη γυναικεία φωνή, έτσι ήταν το σωστό. Εκτός αυτού, βεβαίως, θα έπρεπε να μην φωνάζει και στη Νυνάβε· η Εγκουέν ήταν γυναίκα, όχι κοριτσάκι που ξεσπούσε υστερικά.
Την έπιασαν χαχανητά. Ένας λόγος παραπάνω να μην βάζει τις φωνές στη Νυνάβε εφόσον ο γαλήνιος τόνος της φωνής της έφερνε τέτοια αποτελέσματα.
Κάποια στιγμή της φάνηκε ότι η σκηνή είχε ζεσταθεί αρκετά, και βγήκε από τις κουβέρτες για να ντυθεί γρήγορα. Χρειάστηκε να σπάσει τον πάγο στην κανάτα για να ξεπλύνει το στόμα της από τη γεύση που είχε αφήσει ο ύπνος. Έριξε το σκούρο μάλλινο μανδύα στους ώμους, έλυσε τις ίνες της Φωτιάς —τη Φωτιά μόνη της ήταν επικίνδυνο να την αφήνεις δεμένη― και, καθώς οι φλόγες εξαφανίζονταν, βγήκε από τη σκηνή. Το κρύο την άρπαξε σαν παγωμένη τανάλια, καθώς διέσχιζε βιαστικά το στρατόπεδο.