Выбрать главу

Τώρα μπορούσε να διακρίνει μόνο τις κοντινότερες σκηνές, τις χαμηλές, σκιώδεις μορφές που θα μπορούσαν να είναι και υψώματα της τραχιάς γης, μόνο που το στρατόπεδο εκτεινόταν πολλά μίλια πιο πέρα στην ορεινή γη δεξιά κι αριστερά. Αυτές οι ψηλές οδοντωτές βουνοκορφές δεν ήταν η Ραχοκοκαλιά του Κόσμου· εκείνη ήταν πολύ ψηλότερη και απείχε μέρες ακόμα προς τα δυτικά.

Πλησίασε διστακτικά τη σκηνή του Ραντ. Ένα τρίγωνο φωτός φαινόταν στο πορτάκι της σκηνής. Μια Κόρη φάνηκε να βγαίνει από το έδαφος, καθώς η Εγκουέν πλησίαζε κι άλλο, με το τόξο από κέρατο στην πλάτη της, φαρέτρα στη μέση και δόρατα και στρογγυλή ασπίδα στο χέρι. Η Εγκουέν δεν έβλεπε άλλες στο σκοτάδι, αλλά ήξερε ότι υπήρχαν, ακόμα κι εδώ που ολόγυρα υπήρχαν έξι φατρίες, οι οποίες δήλωναν υπακοή στον Καρ’α’κάρν. Οι Μιαγκόμα ήταν κάπου στο βορρά, ακολουθώντας παράλληλη πορεία· ο Τίμολαν δεν αποκάλυπτε τις προθέσεις του. Ο Ραντ δεν φαινόταν να νοιάζεται πού βρίσκονταν οι άλλες φατρίες. Η προσοχή του ήταν όλη στον αγώνα δρόμου για το Πέρασμα Τζανγκάι.

«Είναι ξύπνιος, Ενάιλα;» τη ρώτησε.

Οι σκιές του φεγγαρόφωτος κυμάτισαν στο πρόσωπο της Κόρης, καθώς ένευε. «Δεν κοιμάται όσο πρέπει. Ο άνθρωπος χρειάζεται ξεκούραση». Έμοιαζε με μάνα που ανησυχούσε για το γιο της.

Μια σκιά σάλεψε πλάι στη σκηνή και φάνηκε ότι ήταν η Αβιέντα, τυλιγμένη στην εσάρπα της. Δεν έδειχνε να την ενοχλεί το κρύο, μόνο η περασμένη ώρα. «Θα του τραγουδούσα νανούρισμα, αν έτσι μπορούσε να κοιμηθεί. Έχω ακούσει για γυναίκες που το μωρό τις κρατά ξύπνιες όλη τη νύχτα, αλλά, όταν μεγαλώσεις, καταλαβαίνεις ότι κι ο άλλος θέλει να ξαποστάσει». Οι δύο Κόρες γέλασαν μαζί πνιχτά.

Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι με την παράξενη συμπεριφορά των Αελιτισσών κι έσκυψε να κοιτάξει από τη χαραμάδα. Αρκετές λάμπες φώτιζαν το εσωτερικό. Δεν ήταν μόνος. Τα μαύρα μάτια του Νατάελ έδειχναν ταλαιπωρία κι ο βάρδος μόλις που κατάφερε να πνίξει το χασμουρητό του. Τουλάχιστον αυτός ήθελε να κοιμηθεί. Ο Ραντ ήταν ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς κοντά σε μια από τις επίχρυσες λάμπες λαδιού, διαβάζοντας ένα φθαρμένο δερματόδετο βιβλίο. Γνωρίζοντάς τον, η Εγκουέν υπέθεσε ότι επρόκειτο για κάποια μετάφραση των Προφητειών του Δράκοντα.

Ξαφνικά, ο Ραντ γύρισε τις σελίδες πίσω, διάβασε κάτι και γέλασε. Η Νυνάβε προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι το γέλιο δεν είχε τρέλα μέσα του, μονάχα πίκρα. «Ωραίο αστείο», είπε στον Νατάελ, έκλεισε μ’ ένα ξερό κρότο το βιβλίο και του το πέταξε. «Διάβασε τη σελίδα διακόσια ογδόντα οκτώ και τη σελίδα τετρακόσια και πες μου αν διαφωνείς».

Η Εγκουέν ορθώθηκε και έσφιξε το στόμα. Δεν φέρονταν έτσι στα βιβλία. Δεν ήθελε να του μιλήσει έτσι, μπροστά στον βάρδο. Ήταν κρίμα που ο Ραντ είχε διαλέξει για παρέα κάποιον που της ήταν ουσιαστικά άγνωστος. Όχι. Άλλοτε είχε την Αβιέντα, και συχνά τους αρχηγούς, και κάθε μέρα τον Λαν, και μερικές φορές τον Ματ. «Γιατί δεν μπαίνεις κι εσύ, Αβιέντα; Αν ήσουν εκεί, ίσως θα ήθελε να μιλήσει για κάτι άλλο εκτός απ’ το βιβλίο».

«Εγκουέν, ήθελε να μιλήσει με τον βάρδο, και σπανίως του μιλάει μπροστά σε μένα ή σε οποιονδήποτε άλλο. Αν δεν είχα φύγει εγώ, θα έφευγαν εκείνοι».

«Έχω ακούσει ότι τα παιδιά είναι μεγάλο βάσανο». Η Ενάιλα γέλασε. «Και τα αγόρια είναι το χειρότερο. Ίσως μάθεις από πρώτο χέρι πόσο αλήθεια είναι αυτό, τώρα που εγκατέλειψες το δόρυ». Η Αβιέντα της έριξε ένα φεγγαρόλουστο μορφασμό και ξαναγύρισε στη θέση της, στο πλαϊνό της σκηνής, σαν προσβεβλημένη γάτα. Η Ενάιλα κι αυτό επίσης το βρήκε αστείο· έπιασε τα πλευρά της κι έβαλε τα γέλια.

Μουρμουρίζοντας για το χιούμορ των Αελιτών —ποτέ της δεν το καταλάβαινε― η Εγκουέν συνέχισε κατά τη σκηνή της Μουαραίν, που δεν ήταν μακριά από του Ραντ. Άλλο ένα φωτεινό τρίγωνο χυνόταν εδώ και η Εγκουέν κατάλαβε ότι η Άες Σεντάι ήταν ξύπνια· η Μουαραίν διαβίβαζε· μόνο μικρές ποσότητες Δύναμης, όμως ήταν αρκετές για να το αισθανθεί η Εγκουέν. Ο Λαν ξάπλωνε εκεί κοντά, κουκουλωμένος με τον μανδύα Προμάχου του· με εξαίρεση το κεφάλι και τις μπότες του, ο υπόλοιπος είχε γίνει ένα με τη νύχτα. Εκείνη μάζεψε το μανδύα της, σήκωσε τις φούστες της και προχώρησε στις μύτες των ποδιών για να μην τον ξυπνήσει.

Η ανάσα του δεν άλλαξε, όμως κάτι την έκανε να τον ξανακοιτάξει. Το φως του φεγγαριού λαμπύριζε στα μάτια του, που ήταν ανοιχτά και την κοίταζαν. Πριν καλά-καλά γυρίσει το κεφάλι της, είχαν ξανακλείσει. Κανένας μυς του κορμιού του δεν σάλευε· ήταν σαν να μην είχε ξυπνήσει καθόλου. Μερικές φορές, αυτός ο άνθρωπος τη φόβιζε. Δεν καταλάβαινε τι του έβρισκε η Νυνάβε.

Γονάτισε πλάι στο πορτάκι της σκηνής και κοίταξε μέσα. Η Μουαραίν καθόταν με τη λάμψη του σαϊντάρ να την περιβάλλει, ενώ η γαλάζια πετρούλα, που κρεμόταν συνήθως στο μέτωπό της, τώρα βρισκόταν στα δάχτυλα της μπροστά στο πρόσωπό της. Η πέτρα έλαμπε, προσθέτοντας κάτι στη λάμψη της μιας και μόνης αναμμένης λάμπας. Μόνο στάχτες είχαν απομείνει στην εστία· ακόμα και η μυρωδιά είχε χαθεί.