Выбрать главу

«Μπορώ να μπω;»

Αναγκάστηκε να το επαναλάβει, γιατί η Μουαραίν δεν είχε απαντήσει. «Φυσικά». Το φως του σαϊντάρ έσβησε και η Άες Σεντάι ξανάβαλε την ψιλή χρυσή αλυσιδούλα στα μαλλιά της.

«Κρυφάκουγες τον Ραντ;» Η Εγκουέν βολεύτηκε πλάι στην άλλη γυναίκα. Μέσα στη σκηνή το κρύο ήταν ίδιο όπως απ’ έξω. Διαβίβασε φλόγες πάνω στις στάχτες της εστίας και στερέωσε τη ροή. «Είπες ότι θα δεν το ξανακάνεις».

«Είπα ότι, αφού οι Σοφές μπορούσαν να παρακολουθήσουν τα όνειρά του, θα έπρεπε να του αφήσουμε λίγη ιδιωτικότητα. Από τότε που τις έδιωξε από κει, αυτές δεν μου το ξαναζήτησαν κι εγώ δεν προσφέρθηκα. Μην ξεχνάς ότι έχουν τους δικούς τους στόχους, που μπορεί να μην είναι και στόχοι του Πύργου».

Να πόσο γρήγορα είχαν φτάσει σ’ αυτό το ζήτημα. Η Εγκουέν ακόμα δεν ήξερε πώς να πει αυτό που ήξερε χωρίς να προδοθεί στις Σοφές, αλλά ίσως η μόνη μέθοδος θα ήταν να το πει απλά και καθαρά, και μετά να ανταποκριθεί αναλόγως. «Μουαραίν, η Ελάιντα έγινε Άμερλιν. Δεν ξέρω τι έπαθε η Σιουάν».

«Πού το ξέρεις;» είπε ήσυχα η Μουαραίν. «Έμαθες τίποτα ονειροβατώντας; Ή μήπως εκδηλώθηκε επιτέλους το Ταλέντο σου ως Ονειρεύτρια;»

Να πώς θα ξεγλιστρούσε. Μερικές Άες Σεντάι στον Πύργο πίστευαν πως ίσως ήταν Ονειρεύτρια, μια γυναίκα που τα όνειρά της πρόβλεπαν το μέλλον. Η Εγκουέν έβλεπε όνειρα που ήξερε ότι ήταν σημαντικά, αλλά δεν ήταν εύκολο να μάθει να τα ερμηνεύει. Οι Σοφές έλεγαν ότι η γνώση έπρεπε να έρθει εκ των έσω, και καμία Άες Σεντάι δεν είχε μπορέσει να τη βοηθήσει. Είχε δει τον Ραντ να κάθεται σε μια καρέκλα, και ήξερε με κάποιον τρόπο ότι η ιδιοκτήτρια της καρέκλας θα ένιωθε φονικό θυμό επειδή της την είχαν πάρει· ήξερε μόνο ότι η ιδιοκτήτρια ήταν γυναίκα, και τίποτα παραπάνω. Μερικές φορές τα όνειρα ήταν πολύπλοκα. Ο Πέριν καθόταν ανέμελα με τη Φάιλε στην αγκαλιά και τη φιλούσε, ενώ εκείνη έπαιζε με το κοντό γένι που είχε εκείνος στο όνειρο. Πίσω τους ανέμιζαν δύο λάβαρα, ένα που έδειχνε μια κόκκινη λυκοκεφαλή και ένα με πορφυρό αετό. Δίπλα στον ώμο του Πέριν στεκόταν ένας άνδρας με κίτρινο σακάκι, μ’ ένα σπαθί θηκαρωμένο στην πλάτη του· με κάποιον τρόπο η Εγκουέν ήξερε ότι ήταν Μάστορας, παρ’ όλο που οι Μάστορες ούτε καν θα άγγιζαν ένα σπαθί. Κι όλα αυτά, εκτός από το γενάκι, έμοιαζαν σημαντικά. Τα λάβαρα, το ότι η Φάιλε φιλούσε τον Πέριν, ακόμα και ο Μάστορας. Κάθε φορά που ο άνδρας πλησίαζε τον Πέριν, ήταν σαν να τα διέτρεχε όλα ένα ρίγος ολέθρου. Άλλο ένα όνειρο. Ο Ματ έπαιζε ζάρια, με αίμα να κυλά στο πρόσωπό του, έχοντας κατεβασμένο χαμηλά τον πλατύ γύρο του καπέλου του. έτσι που η Εγκουέν δεν μπορούσε να δει την πληγή του, ενώ ο Θομ Μέριλιν έχωνε το χέρι σε μια φωτιά για να βγάλει τη μικρή γαλάζια πέτρα που τώρα κρεμόταν στο μέτωπο της Μουαραίν. Ήταν και το όνειρο μιας θύελλας, μεγάλα σκοτεινά σύννεφα που προχωρούσαν δίχως άνεμο ή βροχή, ενώ διχαλωτοί κεραυνοί, πανομοιότυποι μεταξύ τους, χάραζαν τη γη. Έβλεπε τα όνειρα, όμως ως Ονειρεύτρια προς το παρόν ήταν αποτυχημένη.

«Είδα ένα ένταλμα σύλληψης για σένα, Μουαραίν, υπογεγραμμένο από την Ελάιντα ως Άμερλιν. Και δεν ήταν συνηθισμένο όνειρο». Όλα αυτά ήταν αληθινά. Μόνο που δεν ήταν όλη η αλήθεια. Ξαφνικά χάρηκε που δεν ήταν εκεί η Νυνάβε. Αν ήταν, τώρα θα είχα εγώ το κύπελλο μπροστά στα μάτια μου.

«Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει. Ίσως αυτό να μην είναι τόσο σημαντικό, αν ο Ραντ περάσει με τους Αελίτες το Δρακότειχος Αμφιβάλλω αν η Ελάιντα συνέχισε να προσεγγίζει τους κυβερνήτες, έστω κι αν ξέρει ότι αυτό έκανε η Σιουάν».

«Μόνο αυτό έχεις να πεις; Νόμιζα ότι κάποτε η Σιουάν ήταν φίλη σου, Μουαραίν. Δεν μπορείς να χύσεις ένα δάκρυ για χάρη της;»

Η Άες Σεντάι την κοίταξε κι εκείνο το ατάραχο, γαλήνιο βλέμμα της είπε πόσο δρόμο είχε να κάνει ακόμα για να δικαιούται και η ίδια αυτόν τον τίτλο. Καθισμένη, η Εγκουέν ήταν ένα κεφάλι ψηλότερη κι επίσης ήταν ανώτερη στη Δύναμη, αλλά το να είσαι Άες Σεντάι δεν ήταν μόνο θέμα δύναμης. «Δεν έχω καιρό για δάκρυα, Εγκουέν. Το Δρακότειχος απέχει λίγες μόνο μέρες πια και η Αλγκουένυα... Η Σιουάν κι εγώ ήμασταν φίλες, κάποτε. Σε λίγους μήνες θα κλείσουν είκοσι ένα χρόνια από τότε που αρχίσαμε την έρευνα για τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Μόνο οι δυο μας, που μόλις είχαμε γίνει πλήρεις Άες Σεντάι. Λίγο αργότερα είχε αναγορευθεί Άμερλιν η Σιέριν Βαγιού, μια Γκρίζα με αρκετή δόση Κόκκινης μέσα της. Αν είχε μάθει τι σκοπεύαμε να κάνουμε, θα μας είχε βάλει να περάσουμε όλη μας τη ζωή εκτίοντας επιτίμιο, με Κόκκινες αδελφές να μας παρακολουθούν ακόμα και στον ύπνο μας. Υπάρχει ένα ρητό στην Καιρχίν, αν και το έχω ακούσει και σε μακρινότερα μέρη όπως το Τάραμπον και τη Σαλδαία. “Πάρε ό,τι θέλεις και πλήρωσέ το”. Η Σιουάν κι εγώ πήραμε το δρόμο που θέλαμε, και ξέραμε ότι κάποια μέρα θα έπρεπε να πληρώσουμε».