Выбрать главу

Η Εγκουέν ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά πρώτα είχε μια ερώτηση να της κάνει. «Μουαραίν, γιατί άρχισες να κάνεις ό,τι σου λέει ο Ραντ; Ακόμα και η Νυνάβε δεν το θεωρεί σωστό».

«Δεν το θεωρεί σωστό, ε;» μουρμούρισε η Μουαραίν. «Θα γίνει Άες Σεντάι, θέλει δε θέλει. Γιατί; Επειδή θυμήθηκα πώς ελέγχεται το σαϊντάρ».

Έπειτα από μια στιγμή, η Εγκουέν ένευσε. Για να ελέγξεις το σαϊντάρ, πρώτα έπρεπε να του παραδοθείς.

Μόνο όταν βρέθηκε, τρέμοντας, στο δρόμο, για να γυρίσει στη σκηνή της, συνειδητοποίησε ότι η Μουαραίν όλη εκείνη την ώρα της μιλούσε σαν να ήταν ίση. Ίσως η στιγμή που θα ήταν έτοιμη να διαλέξει το Άτζα της να βρισκόταν πιο κοντά απ’ όσο νόμιζε.

16

Μια Απροσδόκητη Προσφορά

Το φως του ήλιου που σερνόταν από το παράθυρο ξύπνησε τη Νυνάβε. Για μια στιγμή έμεινε με τα μέλη απλωμένα πάνω στο ριγωτό κάλυμμα του κρεβατιού. Η Ηλαίην κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι. Είχε ήδη πιάσει ζέστη, παρ’ όλο που ήταν τόσο νωρίς, αλλά ούτε και η νύχτα δεν ήταν ιδιαίτερα δροσερή. Η καμιζόλα της Νυνάβε ήταν τσαλακωμένη και ιδρωμένη. Μετά τη συζήτηση με την Εγκουέν σχετικά με όσα είχε δει, τα όνειρά της δεν ήταν ευχάριστα. Στα περισσότερα βρισκόταν πάλι στον Πύργο και την έσερναν μπροστά στην Άμερλιν, που μερικές φορές ήταν η Ελάιντα και μερικές φορές η Μογκέντιεν. Σε μερικά ο Ραντ καθόταν πλάι στο γραφείο της Άμερλιν σαν σκυλί, με κολάρο και λουρί και φίμωτρο. Τα όνειρα με την Εγκουέν ήταν κατά έναν τρόπο εξίσου άσχημα· το βρασμένο γατόχορτο και η κοπανισμένη πικρόριζα είχαν την ίδια άσχημη γεύση, είτε ονειρευόσουν είτε ήσουν ξύπνιος.

Πλησίασε το νιπτήρα, έπλυνε το πρόσωπό της κι έτριψε τα δόντια της με αλάτι και με σόδα. Το νερό δεν ήταν ζεστό, αλλά ούτε μπορούσες να το πεις δροσερό. Έβγαλε τη μουσκεμένη καμιζόλα και πήρε μια καθαρή από ένα κιβώτιο μαζί με μια βούρτσα κι έναν καθρέφτη. Κοιτώντας το είδωλό της, μετάνιωσε που είχε λύσει την πλεξούδα της για να κοιμηθεί πιο άνετα. Όχι μόνο δεν είχε νιώσει άνετα, αλλά τώρα τα μαλλιά ήταν ένας αγριεμένος θάμνος ως τη μέση της. Κάθισε στο κιβώτιο, έλυσε με κόπο τους κόμπους και ύστερα άρχισε τα συνηθισμένα εκατό βουρτσίσματα.

Τρεις γρατσουνιές κατηφόριζαν το λαιμό της και χάνονταν κάτω από την καμιζόλα Δεν ήταν και τόσο κόκκινες, κι αυτό οφειλόταν στο βάλσαμο από παντογιάτρι που είχε πάρει από εκείνη τη Μακούρα. Η Νυνάβε είχε πει στην Ηλαίην ότι το έβρισκες στις βάτες. Ήταν χαζομάρα της —και μάλλον η Ηλαίην ήξερε ότι δεν ήταν αλήθεια, παρά την ιστορία που της είχε πει, ότι είχε ψάξει στην περιοχή του παλατιού όταν είχε φύγει η Εγκουέν― αλλά ήταν τόσο ταραγμένη, που δεν μπορούσε να σκεφτεί σωστά. Αρκετές φορές είχε αποπάρει την Ηλαίην δίχως λόγο, παρά μόνο επειδή σκεφτόταν πόσο άδικα είχαν φερθεί στην ίδια η Μελαίν και η Εγκουέν. Όχι ότι θα της κάνει κακό να θυμάται πως εδώ δεν είναι Κόρη-Διάδοχος. Όπως και να ’χε, η κοπέλα δεν έφταιγε σε τίποτα· θα έπρεπε να επανορθώσει απέναντί της.

Είδε στον καθρέφτη την Ηλαίην να σηκώνεται και να πλένεται. «Ακόμα νομίζω ότι το δικό μου σχέδιο είναι το καλύτερο», είπε η κοπέλα, ενώ νιβόταν. Τα βαμμένα κορακίσια μαλλιά της δεν είχαν ανακατευτεί καθόλου, παρά τις μπούκλες της. «Όπως το λέω, θα φτάναμε στο Δάκρυ πολύ πιο γρήγορα».

Το σχέδιό της ήταν να εγκαταλείψουν την άμαξα όταν θα έφταναν στον ποταμό Έλνταρ, σε κάποιο χωριουδάκι χωρίς πολλούς Λευκομανδίτες, και, κάτι εξίσου σημαντικό, πληροφοριοδότες του Πύργου. Εκεί θα ανέβαιναν σε ποταμόπλοιο για το Έμπου Νταρ, όπου θα έβρισκαν πλοίο για το Δάκρυ. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία ότι έπρεπε να πάνε στο Δάκρυ. Θα απέφευγαν πάση θυσία την Ταρ Βάλον.

«Πόσο θα κάνει μέχρι να πιάσει πλοίο εκεί που θα είμαστε;» είπε υπομονετικά η Νυνάβε. Νόμιζε ότι τα είχαν ξεκαθαρίσει αυτά προτού πλαγιάσουν. Κατά τη γνώμη της, είχαν αποφασίσει. «Εσύ η ίδια είπες ότι μπορεί να μην σταματούν όλα τα πλοία. Και πόσο θα περιμένουμε στο Έμπου Νταρ μέχρι να βρούμε πλοίο για το Δάκρυ;» Άφησε κάτω τη βούρτσα και άρχισε να πλέκει την πλεξούδα της.

«Οι χωρικοί απλώνουν μια σημαία όταν θέλουν να σταματήσει πλοίο, και τα περισσότερα πλοία σταματάνε. Και υπάρχουν πάντα πλοία για ένα μεγάλο λιμάνι σαν το Έμπου Νταρ».