Выбрать главу

Λες και είχε βρεθεί ποτέ της σε λιμάνι, είτε μεγάλο είτε μικρό, προτού φύγει από τον Πύργο με τη Νυνάβε. Η Ηλαίην πάντα πίστευε πως όσα δεν είχε μάθει για τον κόσμο ως Κόρη-Διάδοχος του Άντορ, τα είχε μάθει στον Πύργο, ακόμα και ύστερα από αρκετές αποδείξεις περί του εναντίου. Και πώς τολμούσε να της μιλά με τόσο υπεροπτικό τόνο! «Δεν πρόκειται να βρούμε τη συγκέντρωση των Γαλάζιων σε πλοίο, Ηλαίην».

Το δικό της σχέδιο έλεγε να συνεχίσουν με την άμαξα, να διασχίσουν την υπόλοιπη Αμαδισία, ύστερα την Αλτάρα και το Μουράντυ ως το Φαρ Μάντινγκ στους Λόφους της Κιντάρα, και πέρα από τις Πεδιάδες του Μαρέντο μέχρι το Δάκρυ. Σίγουρα θα έκαναν περισσότερο έτσι, αλλά, εκτός από το ότι θα είχαν την ευκαιρία να βρουν με κάποιον τρόπο τη συγκέντρωση, οι άμαξες σπανίως βούλιαζαν. Ήξερε κολύμπι, αλλά δεν αισθανόταν άνετα όταν δεν έβλεπε καθόλου στεριά.

Η Ηλαίην σκουπίστηκε, άλλαξε καμιζόλα και ήρθε να τη βοηθήσει με την πλεξούδα. Η Νυνάβε δεν ξεγελιόταν έτσι· πάλι θα της έλεγε για τα πλοία. Το στομάχι της δεν συμπαθούσε τα πλοία. Όχι ότι αυτό είχε επηρεάσει την απόφασή της. Αν μπορούσε να φέρει τις Άες Σεντάι προς βοήθεια του Ραντ, τότε θα άξιζε το παραπανίσιο ταξίδι.

«Θυμήθηκες το όνομα;» ρώτησε η Ηλαίην, πλέκοντας τα μαλλιά της.

«Πάλι καλά που θυμήθηκα ότι υπήρχε όνομα. Φως μου, δώσε μου λίγο χρόνο». Ήταν σίγουρη πως υπήρχε όνομα. Πρέπει να ’ταν κάποιο χωριό, καμιά πόλη. Αποκλείεται να είχε δει όνομα χώρας και να το είχε ξεχάσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έπιασε μια τούφα μαλλιά από τον κρόταφό της, και συνέχισε πιο ήρεμα. «Θα το θυμηθώ, Ηλαίην. Μόνο δώσε μου λίγο χρόνο».

Η Εγκουέν άφησε έναν ήχο χωρίς να δεσμευτεί και συνέχισε με την πλεξούδα. Μετά από λίγο, είπε, «Ήταν συνετό να στείλεις τη Μπιργκίτε να ψάξει για τη Μογκέντιεν;»

Η Νυνάβε λοξοκοίταξε τη νεαρή σμίγοντας τα φρύδια, αλλά το βλέμμα δεν έφερε αποτέλεσμα. Αν ήταν να αλλάξουν θέμα, η Νυνάβε θα είχε διαλέξει κάτι άλλο. «Καλύτερα να τη βρούμε παρά να μας βρει».

«Μπορεί. Αλλά τι θα κάνουμε όταν τη βρούμε;»

Η Νυνάβε εδώ δεν είχε να δώσει απάντηση. Αλλά ήταν καλύτερο να είσαι ο κυνηγός παρά ο κυνηγημένος, όσο δύσκολο κι αν ήταν. Αυτό της το είχε μάθει το Μαύρο Άτζα.

Η κοινή αίθουσα μπορεί να μην ξεχείλιζε από κόσμο όταν κατέβηκαν, αλλά ακόμα και τόσο νωρίς το πρωί υπήρχαν αρκετοί λευκοί μανδύες ανάμεσα στους πελάτες, κυρίως στους ώμους μεγαλύτερων σε ηλικία ανδρών, που όλοι έφεραν διακριτικά αξιωματικών. Σίγουρα προτιμούσαν να τρώνε από την κουζίνα του πανδοχείου παρά αυτό που είχαν να προσφέρουν οι μάγειρες στο φυλάκιο των Λευκομανδιτών. Η Νυνάβε θα προτιμούσε να έτρωγαν πάλι από δίσκο, αλλά το δωματιάκι ήταν σαν κουτί. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν προσηλωμένοι στο φαγητό τους και οι Λευκομανδίτες δεν διέφεραν από τους άλλους. Σίγουρα θα ήταν ασφαλές. Η ευωδιά του μαγειρεμένου φαγητού πλανιόταν στον αέρα· απ’ ό,τι φαινόταν, οι άνδρες εδώ έτρωγαν μοσχάρι ή αρνάκι ακόμα και πρωινιάτικα.

Μόλις το πόδι της Ηλαίην άφησε το τελευταίο σκαλί, η κυρά Τζάρεν όρμηξε να τους προσφέρει ή μάλλον να προσφέρει στην «Αρχόντισσα Μορέλιν» ιδιωτική τραπεζαρία. Η Νυνάβε δεν κοίταξε καν την Ηλαίην, εκείνη όμως είπε, «Νομίζω ότι θα φάμε εδώ. Σπανίως έχω την ευκαιρία να φάω σε κοινή αίθουσα, και, για να πω την αλήθεια, το απολαμβάνω. Βάλε μια κοπέλα να μας φέρει κάτι δροσερό. Αν είναι έτσι η μέρα από τώρα, φοβάμαι πως θα ιδρώσω προτού φτάσουμε στον επόμενο σταθμό μας».

Η Νυνάβε συνεχώς απορούσε πώς αυτός ο αλαζονικός τρόπος δεν είχε σαν αποτέλεσμα να τις πετάξουν έξω με τις κλωτσιές. Είχε γνωρίσει πια αρκετούς άρχοντες κι αρχόντισσες και ήξερε ότι όλοι φέρονταν έτσι, αλλά αυτό δεν ήταν ικανοποιητική εξήγηση. Η ίδια δεν θα το ανεχόταν ούτε στιγμή. Η πανδοχέας όμως έκλινε το γόνυ βιαστικά, ενώ χαμογελούσε κι έτριβε τα χέρια της, μετά τις πήγε σε ένα τραπέζι κοντά σε ένα παράθυρο με θέα στο δρόμο κι έφυγε βιαστικά, για να εκτελέσει τις εντολές της Ηλαίην. Ίσως έτσι ήθελε να την εκδικηθεί. Ήταν μόνες τους, μακριά από τους άνδρες στα άλλα τραπέζια, αλλά όποιοι περνούσαν απ’ έξω μπορούσαν να τις βλέπουν. Και αν το φαγητό που θα έτρωγαν ήταν ζεστό —κάτι που έλπιζε να μην είναι — τουλάχιστον ήταν όσο το δυνατόν μακρύτερα από την κουζίνα.

Το πρωινό έφτασε· το αποτελούσαν πικάντικες τηγανίτες —τυλιγμένες σε άσπρο πανί και καυτές ακόμα, αλλά πάντως νόστιμες― μαζί με κίτρινα αχλάδια, γαλάζια σταφύλια, που έμοιαζαν λιγάκι μαραμένα, και κάτι κόκκινα πραγματάκια, που η σερβιτόρα κατονόμασε ως φράουλες. Είχαν ωραία γεύση, ειδικά όταν τα περιέχυνες με χτυπημένη κρέμα. Η Ηλαίην ισχυρίστηκε ότι είχε ακούσει γι’ αυτές, όμως τι άλλο θα έλεγε. Σε συνδυασμό με το κρασί με τα μυρωδικά, το οποίο είχαν βάλει να κρυώσει στην πηγή —μια γουλιά την έκανε να καταλάβει ότι η πηγή δεν ήταν πολύ κρύα, αν υπήρχε όντως― ήταν ένα δροσιστικό πρόγευμα.