Выбрать главу

Ο κοντινότερος πελάτης ήταν τρία τραπέζια παραπέρα και φορούσε σκούρο γαλάζιο μάλλινο μανδύα, μάλλον τεχνίτης που οι δουλειές του πήγαιναν καλά, αλλά δεν μιλούσαν. Θα είχαν χρόνο γι’ αυτό όταν θα ξανάβγαιναν στο δρόμο και θα ήταν πια σίγουρες ότι δεν είχε στήσει κανείς αυτί. Η Νυνάβε απόφαγε αρκετά πριν από την Ηλαίην. Έτσι που χασομερούσε η μικρή να κόψει το αχλάδι της, θα ’λεγε κανείς ότι είχαν όλη τη μέρα στη διάθεσή τους για να κάθονται σε κείνο το τραπέζι.

Ξαφνικά τα μάτια της Ηλαίην άνοιξαν διάπλατα από το σοκ και το μαχαιράκι έπεσε με κρότο στο τραπέζι. Η Νυνάβε γύρισε αμέσως το κεφάλι και είδε έναν άνδρα να κάθεται στον πάγκο στην άλλη μεριά του τραπεζιού.

«Καλά το κατάλαβα ότι είσαι εσύ, Ηλαίην, αλλά τα μαλλιά στην αρχή με ξεγέλασαν».

Η Νυνάβε κοίταξε χάσκοντας τον Γκάλαντ, τον ετεροθαλή αδελφό της Ηλαίην. «Χάσκοντας» ήταν η κατάλληλη λέξη. Ψηλός και λεπτός με σφριγηλό κορμί, μελαχρινός και με μαύρα μάτια, ήταν ο πιο όμορφος άνδρας που είχε δει ποτέ της. Η λέξη «όμορφος» δεν έφτανε· ήταν υπέροχος. Είχε δει τις γυναίκες να μαζεύονται σμάρι τριγύρω του στον Πύργο, ακόμα και Άες Σεντάι, χαμογελώντας σαν χαζές. Έδιωξε το χαμόγελο από το πρόσωπό της. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για την καρδιά της που βροντοχτυπούσε, ούτε και για το λαχάνιασμά της· ήταν απλώς πανέμορφος. Για συγκρατήσου, Νυνάβε!

«Τι γυρεύεις εδώ;» Χάρηκε που η φωνή της δεν είχε βγει πνιχτή. Δεν ήταν σωστό να έχει άνδρας τέτοια εμφάνιση.

«Και τι είναι αυτό που φοράς;» Η φωνή της Ηλαίην ήταν χαμηλή, αλλά έκρυβε ένταση.

Η Νυνάβε έπαιξε τα μάτια και συνειδητοποίησε ότι ο Γκάλαντ φορούσε γυαλιστερό πλεχτό θώρακα και λευκό μανδύα με τους δύο χρυσούς κόμπους του βαθμού του κάτω από έναν ακτινωτό ήλιο. Ένιωσε τα μάγουλα της να κοκκινίζουν. Είχε καρφωθεί τόσο στο πρόσωπο ενός άνδρα, ώστε δεν είχε δει καν τι φορούσε! Της ήρθε να κρύψει το πρόσωπό της από ντροπή.

Αυτός χαμογέλασε και η Νυνάβε χρειάστηκε να πάρει μια βαθιά ανάσα «Βρίσκομαι εδώ επειδή είμαι ένα από τα Τέκνα που απόσπασαν από το βορρά. Και είμαι Τέκνο του Φωτός επειδή μου φάνηκε ότι αυτό ήταν το σωστό. Ηλαίην, όταν εξαφανιστήκατε εσείς οι δύο και η Εγκουέν, ο Γκάγουυν κι εγώ δεν αργήσαμε να βρούμε ότι δεν ήσασταν σε καμία φάρμα ως επιτίμιο, παρά τα όσα μας είχαν πει. Δεν είχαν δικαίωμα να σας αναμίξουν στις πλεκτάνες τους, Ηλαίην, ούτε εσένα ούτε τις άλλες».

«Βλέπω ότι κέρδισες γρήγορα βαθμό», είπε η Νυνάβε. Ο ανόητος δεν καταλάβαινε ότι έθετε σε κίνδυνο τη ζωή τους μιλώντας εδώ για πλεκτάνες των Άες Σεντάι;

«Ο Ήμον Βάλντα θεώρησε ότι το δικαιολογούσε η εμπειρία μου, όπου κι αν την απέκτησα». Ανασήκωσε τους ώμους, ξεχνώντας το βαθμό ως κάτι ασήμαντο. Δεν ήταν ακριβώς από σεμνότητα, αλλά ούτε και προσποίηση. Ήταν ο καλύτερος ξιφομάχος απ’ όσους είχαν πάει να μαθητεύσουν με τους Προμάχους στον Πύργο, κι επίσης είχε διακριθεί στα μαθήματα στρατηγικής και τακτικής, αλλά η Νυνάβε δεν τον θυμόταν να κομπάζει ποτέ για τις ικανότητές του, έστω και για αστείο. Τα επιτεύγματά του δεν σήμαιναν τίποτα γι’ αυτόν, ίσως επειδή του ήταν τόσο εύκολα.

«Το ξέρει η μητέρα;» απαίτησε να μάθει η Ηλαίην, διατηρώντας εκείνη την ήρεμη φωνή. Το συννεφιασμένο βλέμμα της θα φόβιζε όμως ακόμα και αγριόχοιρο.

Ο Γκάλαντ σάλεψε λιγάκι, ανήσυχος. «Δεν βρήκα κατάλληλη ευκαιρία για να της γράψω. Αλλά μην είσαι σίγουρη ότι θα το αποδοκίμαζε, Ηλαίην. Δεν είναι πια τόσο φιλική με το βορρά όπως κάποτε. Άκουσα ότι ίσως επιβληθεί απαγόρευση δια νόμου».

«Της έστειλα ένα γράμμα να της εξηγήσω». Η άγρια ματιά της Ηλαίην τώρα έδειχνε απορία. «Πρέπει να το καταλάβει. Είχε εκπαιδευθεί κι αυτή στον Πύργο».

«Μη μιλάς δυνατά», είπε εκείνος, με χαμηλή, σκληρή φωνή. Η Ηλαίην έγινε κατακόκκινη, αλλά η Νυνάβε δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν από θυμό ή ντροπή.

Ξαφνικά, κατάλαβε ότι κι ο Γκάλαντ μιλούσε χαμηλόφωνα σαν αυτές και προσεκτικά επίσης. Δεν είχε αναφέρει ούτε μια φορά τον Πύργο ή τις Άες Σεντάι.

«Είναι μαζί σας η Εγκουέν;» ρώτησε στη συνέχεια.

«Όχι», αποκρίθηκε εκείνη και αυτός αναστέναξε βαθιά.

«Έλπιζα... Ο Γκάγουυν πήγε να τρελαθεί από την ανησυχία του όταν εξαφανίστηκε η Εγκουέν. Τη νοιάζεται και αυτός. Θα μου πεις πού είναι;»

Η Νυνάβε πρόσεξε κι αυτή εκείνο το «και». Ο Γκάλαντ είχε γίνει Λευκομανδίτης, όμως «νοιαζόταν» για μια γυναίκα που ήθελε να γίνει Άες Σεντάι. Μερικές φορές οι άνδρες ήταν τόσο παράξενοι, ώστε δεν έμοιαζαν καθόλου να είναι άνθρωποι.

«Δεν θα σου πούμε», έκανε αποφασισμένα η Ηλαίην, ενώ το κόκκινο χρώμα χανόταν από το πρόσωπό της. «Είναι κι ο Γκάγουυν εδώ; Δεν πιστεύω να έγινε κι αυτός―» Είχε την εξυπνάδα να χαμηλώσει τη φωνή, όμως είπε, «Λευκομανδίτης!»