«Έχει παραμείνει στο βορρά, Ηλαίην». Η Νυνάβε υπέθεσε ότι εννοούσε την Ταρ Βάλον, αλλά σίγουρα ο Γκάγουυν θα είχε φύγει από κει. Σίγουρα θα είχε αρνηθεί να υποστηρίξει την Ελάιντα. «Δεν μπορεί να ξέρεις τι συνέβη εκεί, Ηλαίην», συνέχισε εκείνος. «Η τόση διαφθορά και η φαυλότητα σε κείνο το μέρος έφτασε στην κορυφή, όπως ήταν λογικό. Η γυναίκα που σας έδιωξε καθαιρέθηκε». Κοίταξε τριγύρω και χαμήλωσε τη φωνή, για να μιλήσει με ένα φευγαλέο ψιθύρισμα, παρ’ όλο που δεν ήταν κανείς κοντά για να τους ακούσει. «Σιγανεύχηκε κι εκτελέστηκε». Πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε ένα ήχο που φανέρωνε αηδία. «Δεν ήταν μέρος για σένα. Ή για την Εγκουέν. Δεν είμαι καιρό με τα Τέκνα, αλλά είμαι βέβαιος πως ο ταξίαρχός μου θα μου δώσει άδεια για να συνοδεύσω την αδελφή μου στο σπίτι. Εκεί θα έπρεπε να είσαι, μαζί με τη μητέρα. Πες μου πού είναι η Εγκουέν, και θα φροντίσω να τη φέρουν κι αυτήν στο Κάεμλυν, Θα είστε ασφαλείς εκεί».
Η Νυνάβε ένιωθε παγωμένη. Σιγάνεμα. Κι εκτέλεση. Δεν ήταν ένας τυχαίος θάνατος ή μια αρρώστια. Μπορεί να είχε σκεφτεί την πιθανότητα, αλλά αυτό δεν απάλυνε το σοκ. Αιτία σίγουρα ήταν ο Ραντ. Αν υπήρχε έστω και μια μικρή ελπίδα ότι ο Πύργος δεν θα του αντιτιθόταν, τώρα είχε χαθεί. Η Ηλαίην δεν έδειχνε την παραμικρή έκφραση και τα μάτια της ατένιζαν το κενό.
«Βλέπω ότι τα νέα μου σε αιφνιδίασαν», είπε ο Γκάλαντ χαμηλόφωνα. «Δεν ξέρω πόσο βαθιά σε ανέμιξε αυτή η γυναίκα στις πλεκτάνες της, αλλά τώρα είσαι ελεύθερη. Επέτρεψέ μου να σε μεταφέρω με ασφάλεια στο Κάεμλυν. Δεν είναι ανάγκη να μάθει κανείς ότι είχες πιο στενές σχέσεις μαζί της απ’ όσο οι άλλες κοπέλες που πήγαν εκεί για να μάθουν. Το λέω και για τις δύο σας».
Η Νυνάβε του έδειξε τα δόντια της, ελπίζοντας να έμοιαζε η έκφραση με χαμόγελο. Ήταν ευχάριστο που επιτέλους τη συμπεριλάμβανε και αυτήν. Της ερχόταν να τον χαστουκίσει. Μακάρι μόνο να μην ήταν τόσο ωραίος.
«Θα το σκεφτώ», είπε αργά η Ηλαίην. «Είναι λογικά αυτά που λες, αλλά πρέπει να μου δώσεις χρόνο να σκεφτώ. Πρέπει να σκεφτώ».
Η Νυνάβε την κοίταξε. Ήταν λογικά αυτά που είχε πει ο Γκάλαντ; Η κοπέλα δεν ήξερε τι έλεγε.
«Μπορώ να σου δώσω λίγο χρόνο», είπε εκείνος, «αλλά πρέπει να γίνει γρήγορα, αν είναι να ζητήσω άδεια. Ίσως μας διατάξουν να―»
Ξαφνικά, βρέθηκε δίπλα τους ένας Λευκομανδίτης με τετράγωνο πρόσωπο και μελαχρινά μαλλιά, να χτυπά τον Γκάλαντ στον ώμο και να χαμογελά πλατιά. Ήταν μεγαλύτερος και είχε δύο ίδιους κόμπους στο μανδύα του. «Λοιπόν, νεαρέ Γκάλαντ, δεν μπορείς να μονοπωλείς όλες τις ωραίες γυναίκες. Όλα τα κορίτσια της πόλης αναστενάζουν όταν περνάς, το ίδιο και οι μανάδες τους συνήθως. Σύστησέ με».
Ο Γκάλαντ έκανε προς τα πίσω τον πάγκο για να σηκωθεί όρθιος. «Μου φάνηκε... ότι τις αναγνώρισα από κάπου όπως κατέβαινα, Τρομ. Όμως η γοητεία την οποία νομίζεις ότι διαθέτω δεν επιδρά σ’
αυτήν την κυρία. Δεν με συμπαθεί και νομίζω ότι δεν θα συμπαθούσε κανέναν φίλο μου. Αν έρθεις να γυμναστούμε στο σπαθί το απόγευμα, ίσως μπορέσεις να προσελκύσεις μια-δυο κυρίες».
«Με σένα δίπλα, αποκλείεται», μούγκρισε καλοκάγαθα ο Τρομ. «Και θα προτιμούσα να με σφυροκοπούσε ο πεταλωτής στο κεφάλι παρά να εξασκηθώ μαζί σου». Άφησε όμως τον Γκάλαντ να τον οδηγήσει στην πόρτα, ρίχνοντας μόνο μια ματιά λύπης στις δύο γυναίκες. Φεύγοντας, ο Γκάλαντ τους έριξε μια ματιά, όλο σύγχυση και αβεβαιότητα.
Μόλις χάθηκαν από τα μάτια τους, η Ηλαίην σηκώθηκε. «Νάνα, σε χρειάζομαι πάνω». Η κυρά Τζάρεν εμφανίστηκε από το πουθενά στο πλευρό της, ρωτώντας την αν απόλαυσε το πρωινό της, και η Ηλαίην είπε, «Θέλω αμέσως τον αμαξά και τον υπηρέτη μου. Η Νάνα θα φροντίσει το λογαριασμό». Προτού τελειώσει τη φράση της, είχε ξεκινήσει για τη σκάλα.
Η Νυνάβε την κοίταξε και ύστερα έβγαλε το πουγκί της και πλήρωσε την πανδοχέα, διαβεβαιώνοντάς την ότι η κυρά της τα είχε βρει όλα της αρεσκείας της, ενώ προσπαθούσε να μην δείξει απελπισία για το ύψος του λογαριασμού. Όταν ξεφορτώθηκε την άλλη, έτρεξε στον πάνω όροφο. Η Ηλαίην μάζευε όπως-όπως τα πράγματά τους στα κιβώτια, μαζί και τις ιδρωμένες καμιζόλες που είχαν απλώσει στις άκρες των κρεβατιών για να στεγνώσουν.
«Ηλαίην, τι συμβαίνει;»
«Πρέπει να φύγουμε αμέσως, Νυνάβε. Εδώ και τώρα». Δεν σήκωσε το βλέμμα παρά μόνο όταν είχαν χώσει τα πάντα στα κιβώτια. «Αυτή τη στιγμή, όπου κι αν είναι, ο Γκάλαντ προσπαθεί να ξεδιαλύνει κάτι που ίσως να μην αντιμετώπισε ποτέ άλλοτε. Δύο πράγματα που είναι σωστά, αλλά συγκρούονται μεταξύ τους. Στο μυαλό του σκέφτεται ότι έχει δικαίωμα να με δέσει στο άλογο, αν χρειαστεί, και να με σύρει στη μητέρα, για να την καθησυχάσει από την αγωνία και να με σώσει από το να γίνω Άες Σεντάι, ασχέτως του τι θέλω εγώ. Κι επίσης είναι σωστό να μας καταδώσει ή στους Λευκομανδίτες ή στο στρατό ή και στα δύο. Αυτό λέει ο νόμος στην Αμαδισία κι επίσης ο νόμος των Λευκομανδιτών. Οι Άες Σεντάι εδώ είναι εκτός νόμου, το ίδιο και όσες γυναίκες έχουν εκπαιδευθεί στον Πύργο. Η μητέρα κάποτε είχε συναντήσει τον Άιλρον για να υπογράψουν μια εμπορική συμφωνία, κι έπρεπε να το κάνουν στην Αλτάρα, επειδή η μητέρα δεν μπορούσε να μπει νόμιμα στην Αμαδισία. Αγκάλιασα το σαϊντάρ την ίδια στιγμή που τον είδα, και δεν θα το αφήσω μέχρι να βρεθούμε μακριά του».