«Σίγουρα υπερβάλλεις, Ηλαίην. Αδελφός σου είναι».
«Δεν είναι αδελφός μου!» Η Ηλαίην πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει αργά. «Είχαμε τον ίδιο πατέρα», είπε με πιο ήρεμη φωνή, «αλλά δεν είναι αδελφός μου. Δεν τον θέλω. Νυνάβε, στο είπα και στο ξανάπα, αλλά δεν λες να το αντιληφθείς. Ο Γκάλαντ κάνει το σωστό. Πάντα. Ποτέ δεν λέει ψέματα. Ακουσες τι είπε σ’ αυτόν εκεί τον Τρομ; Δεν είπε ότι δεν μας ξέρει. Κάθε λέξη του ήταν η αλήθεια. Κάνει το σωστό, όποιον κι αν πληγώνει αυτό, ακόμα και τον ίδιο. Ή εμένα. Πάντα μας μαρτυρούσε για όλα εμένα και τον Γκάγουυν, ακόμα και τον εαυτό του. Αν καταλήξει στη λάθος απόφαση, θα έχουμε Λευκομανδίτες να ενεδρεύουν για μας προτού βγούμε από το χωριό».
Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και της Νυνάβε της κόπηκε η ανάσα. Σίγουρα ο Γκάλαντ δεν θα... Το πρόσωπο της Ηλαίην ήταν αποφασισμένο, έδειχνε ότι ήταν έτοιμη να πολεμήσει.
Η Νυνάβε άνοιξε διστακτικά την πόρτα. Ήταν ο Θομ και ο Τζούιλιν με το χαζό καπέλο του στο χέρι. «Μας ζήτησε η Αρχόντισσά μας;» ρώτησε ο Θομ με έναν τόνο δουλοπρέπειας, αν τυχόν τους άκουγε κανείς.
Εκείνη κατάφερε πάλι να ανασάνει, και χωρίς να τη μέλλει αν την άκουγαν, άνοιξε απότομα διάπλατα την πόρτα. «Μπείτε μέσα!» Είχε βαρεθεί να ανταλλάσσουν ματιές μεταξύ τους κάθε φορά που τους μιλούσε.
Προτού προλάβει να κλείσει την πόρτα, η Ηλαίην είπε, «Θομ, πρέπει να φύγουμε αμέσως». Η αποφασισμένη έκφραση είχε εγκαταλείψει το πρόσωπό της και αγωνία χρωμάτιζε τη φωνή της. «Είναι εδώ ο Γκάλαντ. Σίγουρα θυμάσαι τι τέρας ήταν σαν παιδί. Ε, ίδιος είναι τώρα που μεγάλωσε, κι επίσης έγινε Λευκομανδίτης. Μπορεί να―» Τα λόγια φάνηκαν να σκαλώνουν στο λαιμό της. Κοίταξε τον Θομ, ανοιγοκλείνοντας το στόμα, και είχαν κι οι δυο τα μάτια διάπλατα ανοιχτά.
Ο Θομ σωριάστηκε βαριά σε ένα κιβώτιο, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την Ηλαίην. «Μου φάνηκε―» Ξερόβηξε τραχιά, για να καθαρίσει το λαιμό του, και συνέχισε. «Μου φάνηκε ότι τον είδα να παρακολουθεί το πανδοχείο. Είδα έναν Λευκομανδίτη. Αλλά έμοιαζε με τον άνδρα που θα γινόταν εκείνο το αγόρι μεγαλώνοντας. Τι να πω, δεν είναι μεγάλη έκπληξη που έγινε και Λευκομανδίτης».
Η Νυνάβε πλησίασε το παράθυρο· η Ηλαίην και ο Θομ δεν έδειξαν να την προσέχουν σχεδόν καθόλου όταν πέρασε ανάμεσά τους. Η κυκλοφορία στο δρόμο είχε αρχίσει να πυκνώνει, αγρότες και κάρα και κάτοικοι του χωριού ανάμεσα σε Λευκομανδίτες και στρατιώτες. Παραπέρα, ένας Λευκομανδίτης καθόταν σε ένα αναποδογυρισμένο βαρέλι, με κείνο το τέλειο πρόσωπο που δεν υπήρχε περίπτωση να το μπερδέψεις με άλλο.
«Μήπως―» Η Ηλαίην ξεροκατάπιε. «Μήπως σε αναγνώρισε;»
«Όχι. Σε δεκαπέντε χρόνια ένας άνδρας αλλάζει πιο πολύ απ’ όσο ένα αγόρι. Ηλαίην, νόμιζα πως είχες ξεχάσει».
«Το θυμήθηκα στο Τάντσικο, Θομ». Με τρεμάμενο χαμόγελο, η Ηλαίην άπλωσε το χέρι και τράβηξε την άκρη του μακριού μουστακιού του. Ο Θομ της ανταπέδωσε ένα εξίσου αβέβαιο χαμόγελο· κρίνοντας από την έκφραση του, αναρωτιόταν αν έπρεπε να πηδήξει από το παράθυρο.
Ο Τζούιλιν έξυνε το κεφάλι του και η Νυνάβε ευχήθηκε να ήξερε τι έλεγαν εκείνοι οι δύο, αλλά είχαν πιο επείγοντα πράγματα μπροστά τους. «Πρέπει να φύγουμε, προτού μας κουβαλήσει ολόκληρο το φυλάκιο. Έτσι που παρακολουθεί, δεν θα είναι εύκολο. Όπως βλέπω τους άλλους πελάτες εδώ, κανείς τους δεν έχει επίσημη άμαξα».
«Η δική μας είναι η μόνη στην αυλή των στάβλων», είπε ο Τζούιλιν. Ο Θομ και η Ηλαίην ακόμα κοιτάζονταν και ήταν φανερό πως δεν είχαν ακούσει λέξη.
Επομένως, δεν θα προστατεύονταν, αν έφευγαν με τα κουρτινάκια κατεβασμένα. Η Νυνάβε θα στοιχημάτιζε ότι ο Γκάλαντ είχε ήδη μάθει πώς ακριβώς είχαν έρθει στη Σιέντα. «Υπάρχει πίσω έξοδος από την αυλή;»
«Μια πόρτα που μόλις χωράμε να περάσουμε ένας-ένας», είπε ξερά ο Τζούιλιν. «Κι από πίσω μονάχα ένα στενοσόκακο. Στο χωριό υπάρχουν μόνο δυο-τρεις δρόμοι αρκετά φαρδιοί για να περάσει η άμαξα». Περιεργάστηκε το κυλινδρικό καπέλο του, γυρίζοντας το στα χέρια του. «Μπορώ να τον ζυγώσω και να του σπάσω το κεφάλι. Αν ήσασταν έτοιμοι, θα μπορούσατε να το σκάσετε μέσα στη φασαρία. Μπορώ να σας προφτάσω στο δρόμο».