Выбрать главу

Η Νυνάβε ξεφύσηξε δυνατά. «Πώς; Θα έρθεις καλπάζοντας με τον Σκάλκερ; Ακόμα κι αν δεν έπεφτες από τη σέλα προτού κάνεις ένα μίλι, λες να σε άφηναν έστω και να φτάσεις σε άλογο, έχοντας επιτεθεί σε Λευκομανδίτη σε κείνο το δρόμο;» Ο Γκάλαντ ήταν ακόμα έξω στο δρόμο, ο Τρομ είχε έρθει παρέα του και οι δυο τους κουβέντιαζαν ανέμελα. Η Νυνάβε έσκυψε και τράβηξε το μουστάκι του Θομ. «Έχεις τίποτα να πεις; Κάποιο μεγαλοφυές σχέδιο; Όλα εκείνα τα κουτσομπολιά που κρυφάκουγες θα μας βοηθήσουν καθόλου τώρα;»

Εκείνος έφερε το χέρι στο πρόσωπό του και την κοίταξε προσβεβλημένος. «Όχι, εκτός αν νομίζεις ότι μας βοηθάει το ότι ο Άιλρον διεκδικεί μερικά συνοριακά χωριά της Αλτάρας. Μια λωρίδα κατά μήκος όλης της συνοριακής γραμμής, από τη Σαλιντάρ ως το Σο Εμπάν και τη Μόσρα. Βοηθάει καθόλου αυτό, Νυνάβε; Βοηθάει; Που πας να ξεριζώσεις το μουστάκι του άλλου. Κάποιος πρέπει κάποια στιγμή να σου στρίψει το αυτάκι».

«Τι να τη θέλει άραγε ο Αιλρον μια λωρίδα κατά μήκος των συνόρων, Θομ;» ρώτησε η Ηλαίην. Ίσως αυτό της είχε κινήσει το ενδιαφέρον —έμοιαζε να την ενδιαφέρουν όλες οι χαζολεπτομέρειες της πολιτικής και της διπλωματίας― ή ίσως προσπαθούσε να σταματήσει τον καυγά. Στην αρχή όλο προσπαθούσε να εξομαλύνει τις καταστάσεις, προτού αρχίσει να φλερτάρει με τον Θομ.

«Δεν είναι ο Βασιλιάς, παιδί μου». Η φωνή του μαλάκωσε, γι’ αυτήν. «Είναι ο Πέντρον Νάιαλ. Ο Άιλρον συνήθως κάνει ό,τι του λέει, αν κι οι δυο τους προσποιούνται ότι δεν είναι έτσι. Τα περισσότερα από κείνα τα χωριά είναι άδεια εξαιτίας του Πολέμου των Λευκομανδιτών, τις Ταραχές, όπως τις ονομάζουν τα Τέκνα. Ο Νάιαλ ήταν ο στρατηγός εκεί πέρα και αμφιβάλλω αν έπαψε ποτέ να θέλει την Αλτάρα. Αν ελέγχει και τις δύο όχθες του ποταμού, τότε θα μπορεί να ρυθμίσει το εμπόριο μέσω του ποταμού προς το Έμπου Νταρ, και, αν υποτάξει το Έμπου Νταρ, τότε ολόκληρη η Αλτάρα θα πέσει στα χέρια του σιγά-σιγά, σαν σπόροι σιταριού που χύνονται από τρύπα στο σακί».

«Ωραία όλα αυτά», είπε σταθερά η Νυνάβε προτού προλάβουν να ξαναμιλήσουν ο Θομ ή η Ηλαίην. Κάτι απ’ αυτά που είχε πει είχε κεντρίσει τη μνήμη της, αλλά δεν ήξερε τι ήταν. Πάντως δεν είχαν καιρό για διαλέξεις περί των σχέσεων μεταξύ Αμαδισίας και Αλτάρας, τη στιγμή που ο Γκάλαντ και ο Τρομ παρακολουθούσαν από μπροστά το πανδοχείο. Τους το είπε, προσθέτοντας, «Κι εσύ, Τζούιλιν; Εσύ συναναστρέφεσαι με ύποπτους τύπους». Ο ληστοκυνηγός σε κάθε πόλη έψαχνε να βρει τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες και τους διαρρήκτες· ισχυριζόταν ότι ήξεραν καλύτερα από τον οποιονδήποτε τι συνέβαινε στ’ αλήθεια. «Υπάρχουν λαθρέμποροι που μπορούμε να δωροδοκήσουμε για να μας βγάλουν έξω, ή... Ξέρεις τι χρειαζόμαστε, άνθρωπέ μου».

«Λίγα πράγματα άκουσα. Οι κλέφτες δεν πολυφαίνονται στην Αμαδισία, Νυνάβε. Εδώ, με την πρώτη σε σημαδεύουν με πυρωμένο σίδερο, με τη δεύτερη σου κόβουν το χέρι και με την τρίτη σε κρεμάνε, είτε έχεις κλέψει το στέμμα του Βασιλιά είτε ένα καρβέλι ψωμί. Δεν υπάρχουν πολλοί κλέφτες σε χωριό τέτοιου μεγέθους, τουλάχιστον που να είναι το κλέψιμο η κανονική δουλειά τους» —ο Θομ περιφρονούσε τους ερασιτέχνες κλέφτες― «και οι περισσότεροι ήθελαν να μιλήσουν μόνο για δύο πράγματα. Για το αν έρχεται στ’ αλήθεια ο Προφήτης στην Αμαδισία, όπως λένε οι φήμες, και αν οι πατέρες του χωριού μετανιώσουν και αφήσουν το περιπλανώμενο θηριοτροφείο να δώσει παράσταση. Η Σιέντα είναι μακριά από τα σύνορα και οι λαθρέμποροι δεν―»

Εκείνη τον έκοψε νιώθοντας μεγάλη ικανοποίηση. «Αυτό είναι! Το θηριοτροφείο!» Οι άλλοι την κοίταξαν σαν να ’χε τρελαθεί.

«Φυσικά», είπε ο Θομ, με άκρως μελιστάλαχτη φωνή. «Θα βάλουμε τον Λούκα να φέρει πίσω τα χοιράλογα, κι εμείς θα το σκάσουμε όσο αυτά θα γκρεμίζουν τον τόπο. Δεν ξέρω τι του έδωσες, Νυνάβε, αλλά μας πέταξε μια πέτρα καθώς φεύγαμε».

Αυτή τη φορά η Νυνάβε του συγχώρεσε το σαρκασμό, επειδή ήταν τόσο ήπιος. Και το ότι δεν είχε μυαλό να καταλάβει ό,τι κι αυτή. «Μπορεί να είναι έτσι, Θομ Μέριλιν, όμως ο αφέντης Λούκα χρειάζεται χορηγό και η Ηλαίην κι εγώ θα γίνουμε οι χορηγοί του. Θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την άμαξα και τα άλογα―» Αυτό την έτσουξε· στους Δύο Ποταμούς έχτιζε κανείς σπίτι με τα λεφτά που είχαν στοιχίσει τα άλογα. «-και να βγούμε κρυφά από πίσω». Άνοιξε το κιβώτιο με τους μεντεσέδες σε σχήμα φύλλου κι άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα ρούχα και στις κουβέρτες και στα κατσαρολικά και σ’ ό,τι άλλο δεν ήθελε να αφήσει πίσω στο κάρο που ήταν γεμάτο βαφές —είχε προσέξει να μην αφήσουν οι άνδρες τίποτα εκτός από την ιπποσκευή — ώσπου τελικά βρήκε τα επίχρυσα κουτιά και τα πουγκιά. «Θομ, εσύ και ο Τζούιλιν θα βγείτε από την πίσω πύλη και θα βρείτε κάρο και άλογα, ό,τι υπάρχει. Θα αγοράσετε εφόδια και θα μας συναντήσετε στο δρόμο προς την κατασκήνωση του Λούκα». Του γέμισε απρόθυμα τη χούφτα χρυσάφι, χωρίς καν να το μετρήσει· δεν ήξερε πόσο θα κόστιζαν αυτά τα πράγματα, και δεν ήθελε να χάσει ο Τζούιλιν χρόνο παζαρεύοντας.