Выбрать главу

«Ήξερες τον Θομ από παλιά;» ρώτησε με αδιάφορο, όπως έλπισε, τόνο. Κοίταξε την Ηλαίην με την άκρη του ματιού, ενώ έκανε ότι δίπλωνε κάλτσες.

Η κοπέλα έβγαζε τα δικά της ρούχα, αναστενάζοντας για τα μεταξωτά προτού τα αφήσει κατά μέρος. Τώρα είχε παγώσει, με τα χέρια βαθιά σε ένα κιβώτιο, και δεν κοίταζε τη Νυνάβε. «Ήταν Ραψωδός της αυλής στο Κάεμλυν όταν ήμουν παιδί», είπε χαμηλόφωνα.

«Καταλαβαίνω». Όμως δεν καταλάβαινε καθόλου. Πώς ένας άνθρωπος που ήταν ραψωδός της αυλής και διασκέδαζε βασιλιάδες, σχεδόν ισάξιος αριστοκρατών, είχε καταλήξει να γίνει βάρδος που περιπλανιόταν από χωριό σε χωριό;

«Ήταν εραστής της μητέρας όταν πέθανε ο πατέρας». Η Ηλαίην είχε πιάσει πάλι να ξεδιαλέγει, και το είπε τόσο ήρεμα, που η Νυνάβε έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Ήταν―»

Η άλλη όμως ακόμα δεν την κοίταζε. «Δεν τον θυμήθηκα παρά μόνο στο Τάντσικο. Ήμουν πολύ μικρή τότε. Τον θυμήθηκα από τα μουστάκια του κι επειδή καθόμουν κοντά και κοίταξα το πρόσωπό του από κάτω, ενώ αυτός απήγγελλε το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος. Νόμιζε πως το είχα ξαναξεχάσει». Το πρόσωπό της κοκκίνισε λιγάκι. «Είχα ― είχα πιει πολύ κρασί και την άλλη μέρα έκανα ότι δεν θυμόμουν τίποτα».

Η Νυνάβε μπόρεσε μόνο να κουνήσει το κεφάλι. Θυμόταν τη βραδιά που η ανόητη κοπελίτσα είχε παραδοθεί στο κρασί. Τουλάχιστον αυτό δεν το είχε ξανακάνει· ο πονοκέφαλος που ένιωθε το επόμενο πρωί ήταν το καλύτερο αποτρεπτικό. Τώρα καταλάβαινε γιατί η Ηλαίην φερόταν έτσι στον Θομ. Είχε δει το ίδιο πράγμα στους Δύο Ποταμούς μερικές φορές. Μια κοπελίτσα που μόλις είχε τα χρόνια για να θεωρείται γυναίκα. Με ποια άλλη θα σύγκρινε τον εαυτό της παρά με τη μητέρα της; Και μερικές φορές, ποια θα ήταν καλύτερο να ανταγωνιστεί για να αποδείξει ότι ήταν γυναίκα; Συνήθως, η κατάληξη ήταν ότι προσπαθούσε να είναι καλύτερη στα πάντα, από το μαγείρεμα ως το ράψιμο ή ίσως ένα αθώο φλερτ με τον πατέρα της, αλλά στην περίπτωση μιας χήρας, η Νυνάβε είχε δει τη σχεδόν ώριμη κόρη της να γελοιοποιείται προσπαθώντας να τραβήξει τον άνδρα που σκόπευε να παντρευτεί η μητέρα της. Το πρόβλημα ήταν ότι η Νυνάβε δεν είχε ιδέα τι να κάνει γι’ αυτή την ανόητη συμπεριφορά της Ηλαίην. Παρ’ όλο που η Νυνάβε και ο Κύκλος των Γυναικών της είχαν κάνει αρκετά κηρύγματα και δεν είχαν περιοριστεί σ’ αυτά, η Σάρι Αγιέλιν δεν καταστάλαξε παρά μόνο όταν παντρεύτηκε η μητέρα της και βρήκε και η ίδια σύζυγο.

«Φαντάζομαι ότι σου ήταν σαν δεύτερος πατέρας», είπε προσεκτικά η Νυνάβε. Έκανε ότι ήταν αφοσιωμένη στο πακετάρισμα. Ο Θομ πάντως έτσι την έβλεπε. Αυτό εξηγούσε πολλά.

«Δεν τον σκέφτομαι καθόλου έτσι». Η προσοχή της έμοιαζε δοσμένη στο πόσα μεταξωτά μισοφόρια έπρεπε να πάρει, όμως είχε ένα λυπημένο βλέμμα. «Σχεδόν δεν θυμάμαι τον πατέρα μου· ήμουν μωρό όταν πέθανε. Ο Γκάγουυν λέει ότι περνούσε όλο τον καιρό του με τον Γκάλαντ. Η Λίνι προσπάθησε να το καλύψει όσο γινόταν, όμως ξέρω ότι ο πατέρας ποτέ δεν ερχόταν να δει εμένα ή τον Γκάγουυν στο παιδικό δωμάτιο. Θα ερχόταν, το ξέρω αυτό, όταν μεγαλώναμε και θα μπορούσε να μας διδάξει διάφορα πράγματα, όπως έκανε με τον Γκάλαντ. Όμως πέθανε».

Η Νυνάβε ξαναπροσπάθησε. «Τουλάχιστον, ο Θομ στέκεται καλά για τα χρόνια του. Θα είχαμε μπλέξει αν είχε αρθριτικά. Οι γέροι συχνά υποφέρουν απ’ αυτό».

«Ακόμα και τώρα θα μπορούσε να κάνει ανάποδη τούμπα, αν δεν είχε το χωλό πόδι. Και δεν με νοιάζει αν κουτσαίνει. Είναι έξυπνος κι έχει γνώσεις για τον κόσμο. Είναι ευγενικός και νιώθω ασφαλής μαζί του. Νομίζω ότι δεν πρέπει να του το πω. Φτάνει τόσο που προσπαθεί να με προστατεύει».

Η Νυνάβε αναστέναξε και εγκατέλειψε την προσπάθεια. Τουλάχιστον προς το παρόν. Ο Θομ μπορεί να έβλεπε την Ηλαίην σαν κόρη του, όμως, αν αυτή συνέχιζε έτσι, ίσως θυμόταν ότι δεν ήταν κόρη του, και τότε η Ηλαίην θα βρισκόταν σε άσχημη θέση. «Ο Θομ σε συμπαθεί πολύ, Ηλαίην». Ήταν καιρός να αλλάξει κουβέντα. «Είσαι σίγουρη για τον Γκάλαντ; Ηλαίην; Είσαι σίγουρη ότι ο Γκάλαντ μπορεί να μας καταδώσει, Ηλαίην;»

Η άλλη τινάχτηκε και φρόντισε να διώξει την κατσούφικη έκφρασή της. «Ποιος; Ο Γκάλαντ; Είμαι βέβαιη, Νυνάβε. Κι αν μάθει ότι δεν θα τον αφήσουμε να μας πάει στο Κάεμλυν, τότε θα τον διευκολύνουμε να αποφασίσει».

Η Νυνάβε, μουρμουρίζοντας μόνη της, έβγαλε ένα μεταξωτό φόρεμα ιππασίας από το κιβώτιό της. Μερικές φορές της φαινόταν ότι ο Δημιουργός είχε κάνει τους άνδρες μόνο και μόνο για να βάζουν τις γυναίκες σε μπελάδες.

17

Πορεία προς τη Δύση

 Όταν η σερβιτόρα ήρθε με τα πλατιά καπέλα, η Ηλαίην ήταν  ξαπλωμένη στο κρεβάτι φορώντας λευκό μεταξωτό μισοφόρι, μ’ ένα υγρό πανί να της σκεπάζει τα μάτια, και η Νυνάβε έκανε ότι μπάλωνε τον ποδόγυρο του ανοιχτοπράσινου φορέματος της Ηλαίην. Όλο τρυπούσε τον αντίχειρά της· δεν θα το παραδεχόταν σε κανέναν, αλλά δεν ήταν καλή μοδίστρα. Φορούσε βέβαια το φόρεμα της —οι υπηρέτες δεν ξαπλώνονταν σαν τις κυρίες― αλλά είχε τα μαλλιά λυτά, να κρέμονται. Προφανώς δεν είχε πρόθεση να βγει σύντομα από το δωμάτιο. Ευχαρίστησε ψιθυριστά την κοπέλα, για να μην ξυπνήσει την Αρχόντισσα, και της έδωσε άλλη μια ασημένια πέννα, επαναλαμβάνοντας την οδηγία να μην ενοχλήσουν για οποιονδήποτε λόγο την κυρία της.