Μόλις έκλεισε η πόρτα, η Ηλαίην βρέθηκε όρθια μ’ έναν πήδο και άρχισε να βγάζει τα μπογαλάκια τους από κάτω από τα κρεβάτια. Η Νυνάβε πέταξε κάτω την πράσινη εσθήτα κι έφερε τα χέρια στην πλάτη για να ξεκουμπώσει το φόρεμά της. Ετοιμάστηκαν στο πι και φι, με τη Νυνάβε να φορά πράσινο μάλλινο φόρεμα και την Ηλαίην γαλάζιο, έχοντας τα δεματάκια στην πλάτη. Η Νυνάβε κουβαλούσε το κουτί με τα βότανα της και τα χρήματα, η Ηλαίην τα κουτιά που ήταν τυλιγμένα στην κουβέρτα. Οι βαθιοί, καμπυλωτοί γύροι των καπέλων έκρυβαν τόσο καλά τα πρόσωπά τους, που η Νυνάβε σκέφτηκε ότι θα μπορούσαν να περάσουν δίπλα από τον Γκάλαντ χωρίς αυτός να τις γνωρίσει, ειδικά με τα μαλλιά της κατεβασμένα· θα θυμόταν την πλεξούδα. Η κυρά Τζάρεν, όμως, ίσως σταματούσε δυο παράξενες γυναίκες που κρατούσαν χοντρά δέματα και κατέβαιναν από το πάνω πάτωμα.
Η πίσω σκάλα κατέβαινε στην πίσω όψη του πανδοχείου, με στενά πέτρινα σκαλοπάτια στον τοίχο. Η Νυνάβε συμπόνεσε για μια στιγμή τον Θομ και τον Τζούιλιν που είχαν ανεβάσει τις βαριές κασέλες από κει, όμως η προσοχή της ήταν στραμμένη στην αυλή και στον πέτρινο στάβλο με τα λιθοκέραμα. Ένα κίτρινο σκυλί ξάπλωνε στη σκιά κάτω από την άμαξα για να γλιτώσει από τη ζέστη που δυνάμωνε, όμως όλοι οι σταβλίτες ήταν μέσα. Πού και πού έβλεπε κάποιες κινήσεις μέσα από τις ανοιχτές πόρτες του στάβλου, όμως δεν έβγαινε κανείς· κι εκεί μέσα είχε σκιά.
Έτρεξαν γρήγορα για να διασχίσουν την αυλή και βρέθηκαν στο δρομάκι ανάμεσα στον στάβλο και σ’ έναν ψηλό πέτρινο μαντρότοιχο. Από κει μόλις είχε περάσει με ορυμαγδό ένα κάρο γεμάτο κοπριά, όλο μύγες που βούιζαν, ελάχιστα στενότερο από το δρομάκι. Η Νυνάβε υποψιαζόταν ότι η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλλε την Ηλαίην, αν και δεν την έβλεπε. Όσο για την ίδια, ευχόταν να μην αποφάσιζε το σκυλί να γαβγίσει, να μην έβγαινε κανείς από την κουζίνα ή το στάβλο. Το να χρησιμοποιήσεις τη Δύναμη δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος για να ξεγλιστρήσεις αθόρυβα, και, αν έπιαναν κουβέντα, για να πείσουν κάποιον να τις αφήσει να περάσουν, θα άφηναν ίχνη για να τα ακολουθήσει ο Γκάλαντ.
Η πρόχειρη ξύλινη πύλη στην άκρη του σοκακιού είχε μόνο ένα μάνταλο και ο στενός δρόμος πιο πέρα, γεμάτος απλά πέτρινα σπιτάκια που τα πιο πολλά είχαν καλαμοσκεπές παρά τούβλα ή λιθοκέραμα, ήταν κι αυτός άδειος, με εξαίρεση μερικά αγόρια που έπαιζαν ένα παιχνίδι, στο οποίο, απ’ ό,τι φαινόταν, έπρεπε να χτυπάνε το ένα το άλλο με ένα τσουβάλι. Ο μόνος ενήλικας εκεί ήταν κάποιος που τάιζε τα περιστέρια ενός περιστερώνα σε μια στέγη στην απέναντι πλευρά, έχοντας βγάλει το κεφάλι και τους ώμους από μια πορτούλα της στέγης. Τόσο αυτός όσο και τα αγοράκια δεν καταδέχτηκαν να τους ρίξουν δεύτερη ματιά, καθώς οι δυο τους έκλειναν την πόρτα και προχωρούσαν στον στριφογυριστό δρόμο σαν να είχαν κάθε δικαίωμα να βρίσκονται εκεί.
Είχαν περπατήσει πέντε μίλια γεμάτα δυτικά της Σιέντα ακολουθώντας τον σκονισμένο δρόμο, όταν πια τις πρόφτασαν ο Θομ και ο Τζούιλιν, με τον Θομ να οδηγεί κάτι που έμοιαζε με άμαξα Μαστόρων, μόνο που ήταν μονόχρωμη, βαμμένη μ’ ένα λερωμένο πράσινο χρώμα, και η μπογιά άφηνε μεγάλες φλούδες να κρέμονται. Η Νυνάβε ένιωσε ευγνωμοσύνη όταν έχωσε τα δέματά της κάτω από το κάθισμα του οδηγού και ανέβηκε δίπλα του, αλλά δεν χάρηκε βλέποντας τον Τζούιλιν καβάλα στον Σκάλκερ. «Σου είπα να μην ξαναγυρίσεις στο πανδοχείο», του είπε, ενώ μέσα της ορκιζόταν ότι θα έπιανε ό,τι έβρισκε μπροστά της να τον βαρέσει, αν έριχνε έστω μια ματιά στον Θομ.
«Δεν γύρισα πίσω», είπε εκείνος, χωρίς να ξέρει ότι είχε σωθεί από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι. «Είπα στον αρχισταβλίτη ότι η Αρχόντισσά μου ήθελε φρέσκιες φράουλες από την εξοχή, και πως ο Θομ κι εγώ έπρεπε να πάμε να φέρουμε. Τέτοιες χαζομάρες κάνουν μερικοί αριστο―» Δεν τέλειωσε τη φράση του και ξερόβηξε, καθώς η Ηλαίην του έριχνε ένα ψυχρό, ανέκφραστο βλέμμα όπως καθόταν από την άλλη μεριά του Θομ. Μερικές φορές ο άντρας ξεχνούσε ότι η ίδια ήταν πράγματι γόνος βασιλικής οικογένειας.
«Έπρεπε να πούμε κάποιο λόγο που φεύγαμε από το πανδοχείο και τους στάβλους», είπε ο Θομ, μαστιγώνοντας τα άλογα. «Φαντάζομαι, εσείς οι δύο είπατε ότι πάτε στο δωμάτιό σας επειδή σας έπιασε λιγοθυμία, την Αρχόντισσα Μορέλιν δηλαδή. Σε μας όμως, οι σταβλίτες θα αναρωτιούνταν γιατί μας ήρθε να κάνουμε βόλτα μέσα στο λιοπύρι αντί να καθίσουμε στο δροσερό αχυρώνα, όπου δεν είχαμε να κάνουμε δουλειά, παρέα με μια κανάτα μπύρα. Ίσως έτσι να μην είμαστε σπουδαίο θέμα συζήτησης».