Η Ηλαίην κοίταξε κατάματα τον Θομ —σίγουρα για κείνη τη «λιγοθυμία»― όμως αυτός προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε. Ή ίσως πραγματικά να μην είχε καταλάβει. Οι άνδρες ήταν τυφλοί όταν τους βόλευε. Η Νυνάβε ξεφύσηξε δυνατά· αυτό αποκλείεται να μην το έπιανε. Πάντως, ο Θομ ακριβώς μετά κροτάλισε δυνατά το μαστίγιό του πάνω από τα κεφάλια των αλόγων που ήταν ζεμένα πρώτα. Ήταν απλώς πρόφαση για να αλλάζουν και να ιππεύουν το άλογο εναλλάξ. Ήταν κάτι ακόμα απ’ αυτά που έκαναν οι άνδρες· προφασίζονταν δικαιολογίες για να κάνουν αυτό ακριβώς που ήθελαν. Τουλάχιστον, η Ηλαίην τον κοίταζε σμίγοντας τα φρύδια, αντί να χαμογελάει χαζά.
«Έμαθα και κάτι άλλο χθες το βράδυ», συνέχισε ο Θομ ύστερα από λίγη ώρα. «Ο Πέντρον Νάιαλ προσπαθεί να ενώσει τα έθνη εναντίον του Ραντ».
«Όχι ότι δεν το πιστεύω, Θομ», είπε η Νυνάβε, «αλλά πού μπορεί να το έμαθες; Δεν φαντάζομαι να στο ομολόγησε κανένας Λευκομανδίτης έτσι απλά».
«Πολύς κόσμος έλεγε ακριβώς αυτό το πράγμα, Νυνάβε. Ότι υπάρχει ένας ψεύτικος Δράκοντας στο Δάκρυ. Ένας ψεύτικος Δράκοντας, κι άσε τις προφητείες που λένε για την άλωση της Πέτρας του Δακρύου και για το Καλαντόρ. Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος και τα έθνη πρέπει να ενωθούν, όπως έκαναν στον Πόλεμο των Αελιτών. Και υπάρχει καλύτερος από τον Πέντρον Νάιαλ για να τους οδηγήσει ενάντια σ’ αυτόν τον ψεύτικο Δράκοντα; Όταν τόσες γλώσσες λένε το ίδιο πράγμα, τότε η ίδια σκέψη υπάρχει και στα ψηλά ― και στην Αμαδισία ακόμα και ο Άιλρον δεν διατυπώνει μια σκέψη χωρίς να ρωτήσει πρώτα τον Νάιαλ».
Ο γερο-βάρδος έμοιαζε πάντα να κολλά μεταξύ τους φήμες και ψιθύρους και να καταλήγει συνήθως σε σωστές απαντήσεις. Όχι, δεν ήταν βάρδος· η Νυνάβε δεν έπρεπε να το ξεχνά αυτό. Ό,τι κι αν ισχυριζόταν, είχε υπάρξει ραψωδός της αυλής, και μάλλον είχε δει από κοντά ίντριγκες στην αυλή σαν εκείνες που έλεγαν οι ιστορίες του. Ίσως να είχε ασχοληθεί κι αυτός, αν ήταν εραστής της Μοργκέις. Τον λοξοκοίταξε, εκείνο το ταλαιπωρημένο πρόσωπό του με τα φουντωτά λευκά φρύδια, τα μακριά μουστάκια, που ήταν χιονόλευκα σαν τα μαλλιά της κεφαλής του. Οι προτιμήσεις μερικών γυναικών ήταν ανεξήγητες.
«Όχι ότι δεν περιμέναμε κάτι τέτοιο». Η ίδια δεν το περίμενε. Κακώς όμως.
«Η μητέρα θα υποστηρίξει τον Ραντ», είπε η Ηλαίην. «Ξέρω ότι θα τον υποστηρίξει. Γνωρίζει τις Προφητείες. Κι έχει μεγάλη επιρροή στον Πέντρον Νάιαλ».
Ο Θομ κούνησε ανάλαφρα το κεφάλι, αμφισβητώντας την τελευταία φράση της. Η Μοργκέις κυβερνούσε ένα εύπορο έθνος, αλλά υπήρχαν Λευκομανδίτες σε κάθε χώρα και από κάθε χώρα. Η Νυνάβε κατάλαβε ότι από δω και πέρα έπρεπε να δίνει μεγαλύτερη σημασία στον Θομ. Ίσως πραγματικά να ήξερε όσα ισχυριζόταν ότι ήξερε. «Δηλαδή τώρα νομίζεις ότι έπρεπε να έχουμε αφήσει τον Γκάλαντ να μας συνοδεύσει στο Κάεμλυν;»
Η Ηλαίην έγειρε για να της ρίξει μια αυστηρή ματιά πίσω από τον Θομ. «Κάθε άλλο. Αφ’ ενός, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα κατέληγε σ’ αυτή την απόφαση. Αφ’ ετέρου...» Όρθωσε το κορμί της, κρύβοντας τον εαυτό της πίσω από τον Θομ· ήταν σαν να μονολογούσε, σαν να θύμιζε κάτι στον εαυτό της. «Αφ’ ετέρου, αν η μητέρα όντως έχει στραφεί εναντίον του Πύργου, θέλω να επικοινωνώ μαζί της μόνο δι’ αλληλογραφίας προς το παρόν. Είναι ικανή να μας κλείσει στο παλάτι για το καλό μας. Μπορεί να μην διαβιβάζει, αλλά δεν θέλω να τα βάλω μαζί της χωρίς να είμαι πλήρης Άες Σεντάι. Ίσως ούτε και τότε».
«Δυνατή γυναίκα», είπε κεφάτα ο Θομ. «Να δεις για πότε θα σου μάθαινε τρόπους η Μοργκέις, Νυνάβε». Αυτή ξεφύσηξε δυνατά άλλη μια φορά κοιτώντας τον —δεν μπορούσε να αρπάξει και να σφίξει τα μαλλιά της έτσι λυμένα που έπεφταν στους ώμους της― αλλά ο γεροανόητος απλώς της χαμογέλασε.
Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πια έφτασαν στο θηριοτροφείο, το οποίο είχε κατασκηνώσει ακριβώς εκεί που το είχαν αφήσει, στο ξέφωτο δίπλα στο δρόμο. Στην κάλμα και το λιοπύρι, ακόμα και οι βελανιδιές έδειχναν λιγάκι μαραμένες. Με εξαίρεση τα άλογα και τα μεγάλα γκρίζα χοιράλογα, τα υπόλοιπα ζώα ήταν στα κλουβιά τους, κι επίσης δεν φαίνονταν ούτε άνθρωποι, που προφανώς βρίσκονταν μέσα στις άμαξές τους, που έμοιαζαν πολύ με τη δική τους. Η Νυνάβε και η συντροφιά της είχαν κατέβει, όταν πια εμφανίστηκε ο Βάλαν Λούκα, φορώντας ακόμα εκείνο το γελοίο κόκκινο μεταξωτό μανδύα.