Выбрать главу

Αυτή τη φορά δεν έπιασε να ρητορεύει περίτεχνα, ούτε να υποκλίνεται ανεμίζοντας το μανδύα. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν αναγνώρισε τον Θομ και τον Τζούιλιν, και στένεψαν βλέποντας την κακότεχνη άμαξα πίσω τους. Έσκυψε να κοιτάξει μέσα στα βαθιά καπέλα και το χαμόγελό του δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. «Α, ώστε ξεπέσαμε, Αρχόντισσα Μορέλιν μου; Ή μήπως δεν ήμασταν ποτέ στα ψηλά; Έκλεψες επίσημη άμαξα και ρούχα, ε; Τι να πω, μακάρι να μην σου σημαδέψουν με πυρωμένο σίδερο το ωραίο μετωπάκι σου. Αυτό κι άλλα χειρότερα θα σου κάνουν σ’ αυτά τα μέρη, αν δεν το ξέρεις. Αρα, αφού απ’ ό,τι φαίνεται σε ανακάλυψαν —αλλιώς ποιος ο λόγος που το έσκασες;― προτείνω να τραβήξεις το δρόμο σου όσο πιο γρήγορα μπορείς. Αν θέλεις την παλιοπέννα σου, είναι κάπου εκεί στο δρόμο. Σας την πέταξα όπως φεύγατε, και δεν με νοιάζει αν μείνει παραπεταμένη στο δρόμο μέχρι την Τάρμον Γκάι’ντον».

«Ήθελες χορηγό», είπε η Νυνάβε, καθώς αυτός γυρνούσε για να φύγει. «Μπορούμε να γίνουμε εμείς χορηγοί σου».

«Εσείς;» χλεύασε εκείνος. Όμως στάθηκε. «Παρ’ όλο που θα μας βοηθούσαν μερικά κλεμμένα νομίσματα από το πουγκί κάποιου άρχοντα, δεν δέχομαι κλεμμένα―»

«Θα σου πληρώσουμε τα έξοδα, αφέντη Λούκα», παρενέβη η Ηλαίην, με τον ψυχρό, αγέρωχο τόνο της, «κι εκατό χρυσά μάρκα επιπλέον, αν μπορέσουμε να ταξιδέψουμε μαζί σου μέχρι την Γκεάλνταν, αν συμφωνήσεις να μην σταματήσεις πουθενά μέχρι να φτάσουμε στα σύνορα». Ο Λούκα έμεινε να την κοιτάζει, γλείφοντας τα δόντια του.

Η Νυνάβε βόγκηξε μαλακά. Εκατό μάρκα, και μάλιστα χρυσά! Εκατό ασημένια θα κάλυπταν τα έξοδά του με το παραπάνω, ως την Γκεάλνταν κι ακόμα πιο μακριά, ό,τι κι αν έτρωγαν αυτά τα περιβόητα χοιράλογα.

«Τόσα έκλεψες;» είπε επιφυλακτικά ο Λούκα. «Ποιος σε κυνηγά; Δεν τα βάζω με Λευκομανδίτες ή με το στρατό. Θα μας πετάξουν στη φυλακή και πιθανότατα θα σκοτώσουν τα ζώα».

«Ο αδελφός μου», αποκρίθηκε η Ηλαίην, προτού προλάβει η Νυνάβε να αρνηθεί θυμωμένα ότι είχαν κλέψει κάτι. «Φαίνεται πως κανόνισαν το γάμο μου όσο έλειπα, κι έστειλαν τον αδελφό μου να με βρει. Δεν έχω διάθεση να επιστρέψω στην Καιρχίν για να παντρευτώ έναν άνδρα που είναι ένα κεφάλι κοντύτερός μου, τριπλός στο βάρος και τριπλός στα χρόνια». Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, με μια υποφερτή απομίμηση θυμού· ο ξερόβηχας ήταν πιο πειστικός. «Ο πατέρας μου ονειρεύεται να διεκδικήσει το Θρόνο του Ήλιου, αν βρει αρκετή υποστήριξη. Τα δικά μου όνειρα αφορούν σ’ έναν κοκκινομάλλη Αντορινό, τον οποίο θα παντρευτώ οπωσδήποτε, κι ας λέει ό,τι θέλει ο πατέρας μου. Κι αυτά που σου είπα για μένα, αφέντη Λούκα, είναι παραπάνω από αρκετά».

«Μπορεί να είσαι αυτή που λες ότι είσαι», είπε αργά ο Λούκα, «μπορεί και όχι. Δείξε μου τα χρήματα που λες ότι θα μου δώσεις. Με τις υποσχέσεις δεν αγοράζεις κρασί».

Η Νυνάβε έψαξε θυμωμένα στο κουτί της για να βρει το πιο χοντρό πουγκί, του το έδειξε κουνώντας το, κι ύστερα το καταχώνιασε πάλι όταν εκείνος άπλωσε το χέρι. «θα πάρεις ό,τι χρειαστείς, όταν το χρειαστείς. Και τα εκατό μάρκα αφού πρώτα φτάσουμε στην Γκεάλνταν». Εκατό χρυσά μάρκα! Αν συνέχιζαν μ’ αυτόν το ρυθμό, θα έπρεπε να βρουν τραπεζίτη και να χρησιμοποιήσουν τις εγγυητικές επιστολές τους.

Ο Λούκα μούγκρισε ξινά. «Είτε το κλέψατε είτε όχι, πάντως από κάποιον το σκάτε. Δεν θα ρισκάρω την παράσταση μου για σας, είτε σας ψάχνει ο στρατός είτε κάποιον Καιρχινός άρχοντας. Και μπορεί ο άρχοντας να είναι το χειρότερο από τα δύο, αν πιστέψει ότι του έκλεψα την αδελφή. Θα πρέπει να μοιάσετε με μας». Στο πρόσωπό του ξαναφάνηκε εκείνο το άσχημο χαμόγελο· δεν θα ξεχνούσε την ασημένια πέννα. «Όποιος ταξιδεύει μαζί μου δουλεύει, και το ίδιο θα κάνετε και σεις, για να μην ξεχωρίζετε. Αν οι άλλοι καταλάβουν ότι πληρώνετε το ταξίδι, θα το κουβεντιάζουν κι εσείς δεν θέλετε να μαθευτεί. Μπορείτε να καθαρίζετε τα κλουβιά· οι αλογατάρηδες όλο γκρινιάζουν που τους έχει πέσει αυτή η δουλειά. Θα βρω μάλιστα εκείνη την πέννα, να σας την επιστρέψω για πληρωμή. Μην πει κανείς ότι ο Βάλαν Λούκα δεν είναι γενναιόδωρος».

Η Νυνάβε ετοιμάστηκε να του ξεκαθαρίσει ότι δεν επρόκειτο να πληρώσουν για το ταξίδι του στην Γκεάλνταν και από πάνω να δουλεύουν κιόλας, αλλά ο Θομ την έπιασε από το μπράτσο. Αμίλητος, έσκυψε να πιάσει πετρούλες από το χώμα και άρχισε να τις πετάει στον αέρα και να τις πιάνει, έξι μαζί σε κύκλο.

«Έχω ταχυδακτυλουργούς», είπε ο Λούκα. Οι έξι έγιναν οκτώ κι ύστερα δώδεκα. «Δεν είσαι κακός». Ο κύκλος μετατράπηκε σε δύο κύκλους που μπλέκονταν μεταξύ τους. Ο Λούκα έτριψε το πηγούνι του. «Ίσως να έχω κάτι για σένα».

«Επίσης τρώω φωτιές», είπε ο Θομ, αφήνοντας τις πέτρες να πέσουν, «πετάω μαχαίρια―» άνοιξε τα χέρια του που ήταν άδεια, και ύστερα έβαλε μια πετρούλα από το αυτί του Λούκα «-και κάνω μερικά ακόμα πράγματα».