Ο Λούκα άφησε ένα γοργό χαμόγελο κι ύστερα το έπνιξε. «Εσύ εντάξει, αλλά οι υπόλοιποι;» Φαινόταν θυμωμένος που είχε δείξει ενθουσιασμό κι επιδοκιμασία.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Ηλαίην, δείχνοντας με το χέρι.
Οι δύο ψηλοί στύλοι που είχε δει η Νυνάβε να στήνουν, τώρα είχαν σκοινιά που τους στερέωναν στο έδαφος και μια εξέδρα ο καθένας στην κορυφή του, μ’ ένα σχοινί απλωμένο να ενώνει τα τριάντα βήματα που τους χώριζαν. Από κάθε εξέδρα κρεμόταν μια σκάλα από σχοινί.
«Είναι ο εξοπλισμός του Σέντριν», απάντησε ο Λούκα κι ύστερα κούνησε το κεφάλι. «Ο Σέντριν ο σχοινοβάτης, που σε θάμπωνε με άθλους δέκα βήματα ψηλά στον αέρα πάνω σ’ ένα λεπτό σχοινί. Ο βλάκας».
«Μπορώ να περπατήσω στο σχοινί», του είπε η Ηλαίην. Ο Θομ έκανε να την πιάσει από το χέρι, όταν εκείνη έβγαλε το καπέλο και ξεκίνησε για τους στύλους, όμως σταμάτησε μόλις την είδε να του κουνάει ελαφρά το κεφάλι και να του χαμογελά.
Ο Λούκα όμως της έφραξε το δρόμο. «Άκου, Μορέλιν, αν σε λένε έτσι, είναι κρίμα να καταλήξεις με το ωραίο σου μέτωπο σημαδεμένο, αλλά είναι μεγαλύτερο κρίμα να βρεθείς με το σβέρκο σπασμένο. Ο Σέντριν ήξερε τι έκανε, και δεν έχει ούτε μια ώρα που τον θάψαμε. Να γιατί όλοι είναι στις άμαξές τους. Εντάξει, μπορεί να το παράκανε στο ποτό χθες βράδυ, όταν μας έδιωξαν από τη Σιέντα, αλλά τον έχω δει να περπατά στα ψηλά με την κοιλιά γεμάτη μπράντυ. Να σου πω τι θα κάνουμε. Δεν χρειάζεται να καθαρίζεις κλουβιά. Μπορείς να μείνεις στην άμαξά μου, και θα πούμε σε όλους ότι είσαι η αγαπούλα μου. Για δικαιολογία και μόνο, φυσικά». Το χαζό χαμόγελό του έλεγε ότι έλπιζε να μην ήταν μονάχα δικαιολογία.
Το χαμόγελο που του ανταπέδωσε η Ηλαίην ήταν τέτοιο, που ο Λούκα θα ’πρεπε να είχε σκεπαστεί από πάγο. «Σ’ ευχαριστώ για την προσφορά, αφέντη Λούκα, αλλά αν θα είχες την καλοσύνη να παραμερίσεις...» Ο Λούκα αναγκάστηκε, γιατί η άλλη είχε ξεκινήσει κιόλας και δεν σταματούσε.
Ο Τζούιλιν τσαλάκωσε το κυλινδρικό καπέλο στα χέρια του κι ύστερα το ξαναφόρεσε, καθώς η Ηλαίην ανέβαινε στη σχοινόσκαλα, με τις φούστες της να τη δυσκολεύουν λιγάκι. Η Νυνάβε ήξερε τι έκανε η κοπέλα. Μπορεί να το είχαν καταλάβει και οι άνδρες, ο Θομ σίγουρα το αντιλαμβανόταν, αλλά και πάλι έδειχνε έτοιμος να τρέξει και να την πιάσει, αν έπεφτε. Ο Λούκα πλησίασε, σαν να είχε κι αυτός την ίδια σκέψη στο νου του.
Για μια στιγμή η Ηλαίην στάθηκε στην εξέδρα σιάζοντας το φόρεμά της. Η εξέδρα έμοιαζε πιο μικρή και πιο ψηλή με την κοπέλα πάνω της. Κι έπειτα, υψώνοντας ντελικάτα τα φουστάνια της, σαν να ήθελε να τα προφυλάξει από λάσπες, βγήκε στο στενό σχοινί. Έμοιαζε λες και περπατούσε σε δρόμο. Η Νυνάβε ήξερε ότι κατά έναν τρόπο αυτό ακριβώς έκανε. Δεν μπορούσε να δει τη λάμψη του σαϊντάρ, αλλά ήξερε ότι η Ηλαίην είχε υφάνει ένα μονοπάτι που ένωνε τις δύο εξέδρες, σίγουρα από Αέρα που είχε γίνει σκληρός σαν πέτρα.
Ξαφνικά η Ηλαίην ακούμπησε τα χέρια κάτω και έκανε δύο πλάγιες τούμπες, σαν ρόδα, με τα κορακίσια μαλλιά της να ανεμίζουν τρελά, και τα πόδια με τις μεταξωτές κάλτσες να αστράφτουν στον ήλιο. Για μια απειροελάχιστη στιγμή, καθώς ορθωνόταν, τα φουστάνια της φάνηκαν να σκουπίζουν μια επίπεδη επιφάνεια προτού προλάβει να τα ξανασηκώσει. Με δύο βήματα ακόμα έφτασε στην απέναντι πλατφόρμα. «Το έκανε και ο αφέντης Σέντριν αυτό, αφέντη Λούκα;»
«Έκανε κανονικές τούμπες», φώναξε εκείνος. Και μουρμουρίζοντας πρόσθεσε, «Αλλά δεν είχε τέτοια πόδια. Αρχόντισσα! Σιγά μην είσαι!»
«Δεν είμαι η μόνη που έχει τέτοια δεξιοτεχνία», φώναξε η Ηλαίην. «Ο Τζούιλιν και―» Η Νυνάβε κούνησε άγρια το κεφάλι· είτε διαβίβαζε είτε όχι, το στομάχι της θα ήταν χειρότερα εκεί πάνω απ’ όσο αν βρισκόταν σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, «-εγώ το έχουμε κάνει πολλές φορές. Έλα, Τζούιλιν. Δείξε του».
Η έκφραση του ληστοκυνηγού έδειχνε ότι θα προτιμούσε να καθαρίζει τα κλουβιά με γυμνά χέρια. Τα κλουβιά των λιονταριών με τα λιοντάρια μέσα. Έκλεισε τα μάτια, το στόμα του σάλεψε σαν να προσευχόταν σιωπηλά, και ανέβηκε τη σχοινόσκαλα σαν άνθρωπος που ανεβαίνει στο ικρίωμα. Όταν έφτασε πάνω, κοίταξε την Ηλαίην και το σχοινί με φοβερή προσήλωση. Ξαφνικά, βγήκε μπροστά, περπατώντας γρήγορα, με τα χέρια απλωμένα δεξιά κι αριστερά, το βλέμμα καρφωμένο στην Ηλαίην, και το στόμα του να ανοιγοκλείνει, καθώς προσευχόταν. Εκείνη κατέβηκε λιγάκι τη σχοινόσκαλα, για να του κάνει χώρο στην εξέδρα, και μετά βοήθησε τα πόδια του να βρουν τα σκαλιά και να κατέβει.
Ο Θομ της χαμογέλασε περήφανα, καθώς εκείνη γυρνούσε κι έπαιρνε το πλατύ καπέλο της από τη Νυνάβε. Ο Τζούιλιν έμοιαζε λες και τον είχαν περιλούσει με καυτό νερό και τον είχαν στύψει.