Выбрать главу

«Καλό ήταν», είπε ο Λούκα, τρίβοντας σκεφτικός το πηγούνι του. «Δεν ήταν τόσο καλό όσο του Σέντριν, καταλαβαίνετε, αλλά ήταν καλό. Μ’ άρεσε πάνω απ’ όλα ο τρόπος που εσύ το κάνεις να φαίνεται τόσο εύκολο ενώ ο —Τζούιλιν;― ο Τζούιλιν κάνει πως πεθαίνει από το φόβο του. Ο κόσμος θα ενθουσιαστεί».Ο Τζούιλιν του έριξε ένα βλοσυρό χαμόγελο που έλεγε ότι ήταν έτοιμος να τραβήξει μαχαίρι. Ο Λούκα ανέμισε τον κόκκινο μανδύα του, καθώς στρεφόταν προς τη Νυνάβε· έμοιαζε πράγματι πολύ ικανοποιημένος. «Κι εσύ, αγαπητή μου Νάνα; Με τι ταλέντο θα μας εκπλήξεις; Ακροβατικά; Κατάποση σπαθιών;»

«Εγώ μοιράζω τα χρήματα», του είπε, κλείνοντας το κιβώτιο. «Εκτός αν προτιμάς να προσφέρεις σε μένα την άμαξά σου;» Του έστειλε ένα χαμόγελο που έκανε το δικό του να σβήσει, κι επίσης τον έκανε να οπισθοχωρήσει ένα-δυο βήματα.

Οι φωνές είχαν βγάλει τους άλλους από τις άμαξες, και όλοι μαζεύτηκαν γύρω, ενώ ο Λούκα τους σύστηνε τα νέα μέλη του θιάσου. Μίλησε αόριστα για τη Νυνάβε και απλώς είπε ότι αυτό που έκανε ήταν εκπληκτικό· η Νυνάβε θα έπρεπε να του πει δυο λογάκια.

Οι αλογατάρηδες, όπως αποκαλούσε ο Λούκα εκείνους που δεν είχαν ψυχαγωγικό ταλέντο, ήταν μια κακοντυμένη, κατσούφικη παρέα, ίσως επειδή πληρώνονταν χειρότερα. Δεν ήταν πολλοί, αν τους σύγκρινες με τον αριθμό των αμαξών. Όπως μάλιστα φάνηκε, όλοι βοηθούσαν στη δουλειά, ακόμα και στην οδήγηση των αμαξών· τα περιπλανώμενα θηριοτροφεία, ακόμα κι ένα τέτοιο, δεν έβγαζαν πολλά χρήματα. Οι υπόλοιποι ήταν ένα ανθρώπινο συνονθύλευμα.

Ο Πέτρα, ο χεροδύναμος, ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνδρας που είχε δει ποτέ της η Νυνάβε. Όχι ψηλός, αλλά φαρδύς· το δερμάτινο γιλέκο του αποκάλυπτε μπράτσα χοντρά σαν κορμό δένδρου. Ήταν παντρεμένος με την Κλαρίν, την παχουλή γυναίκα με τα μελαψά μαγουλάκια που εκπαίδευε σκυλιά· δίπλα του έμοιαζε λειψή. Η Λατέλ, που έκανε παράσταση με τις αρκούδες, ήταν μια γυναίκα με μαύρα μάτια και αυστηρή έκφραση, με κοντά μαλλιά και στόμα έτοιμο να χαράξει ένα χλευαστικό χαμόγελο. Η Αλούντρα, μια λιγνή που ισχυριζόταν πως ήταν Φωτοδότρια, και μπορεί να ήταν. Δεν είχε τα μελαχρινά μαλλιά της χτενισμένα στις πλεξούδες των Ταραμπονέζων, κάτι που δεν ήταν παράξενο, αν αναλογιζόσουν τι αισθήματα έτρεφαν γι’ αυτούς στην Αμαδισία, αλλά είχε τη σωστή προφορά και ποιος ήξερε άραγε τι είχε συμβεί στη Συντεχνία των Φωτοδοτών; Ο τοπικός οίκος τους στο Τάντσικο είχε κλείσει τις πόρτες. Αντιθέτως, μπορεί οι ακροβάτες να ισχυρίζονταν ότι ήταν αδέλφια ονόματι Τσαβάνα, αλλά, παρ’ όλο που ήταν όλοι κοντοί και γεροδεμένοι, τα χρώματά τους ποίκιλλαν, από τον πρασινομάτη Τάερικ —που τα ψηλά ζυγωματικά και η γαμψή μύτη έδειχνε ότι είχε Σαλδικό αίμα ως τον Μπάριτ, ο οποίος ήταν πιο σκούρος από τον Τζούιλιν και είχε τατουάζ των Θαλασσινών στα χέρια, μολονότι δεν φορούσε σκουλαρίκια.

Όλοι εκτός από τη Λατέλ χαιρέτησαν φιλικά τους νεοφερμένους· περισσότεροι ψυχαγωγοί σήμαινε περισσότερους ανθρώπους που θα προσελκύονταν στην παράσταση, και περισσότερα χρήματα. Οι δύο ταχυδακτυλουργοί, ο Μπάρι και ο Κιν —που αποδείχθηκε ότι ήταν όντως αδέλφια― έπιασαν με τον Θομ συζήτηση για την τέχνη τους, όταν φάνηκε ότι εκείνοι κι αυτός δεν δούλευαν με τον ίδιο τρόπο. Αλλο να προσελκύεις περισσότερους ανθρώπους, κι άλλο να έχεις ανταγωνισμό. Όμως εκείνη που τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον της Νυνάβε ήταν η χλωμή γυναίκα που φρόντιζε τα χοιράλογα. Η Σεράντιν στεκόταν μουδιασμένη στην άκρη και μιλούσε ελάχιστα —ο Λούκα ισχυριζόταν ότι είχε έρθει από το Σάρα μαζί με τα ζώα― αλλά η μαλακή, συρτή μιλιά της έκανε τη Νυνάβε να τεντώσει τα αυτιά της.

Χρειάστηκαν κάποια ώρα να ετοιμάσουν τις άμαξες. Ο Θομ κι ο Τζούιλιν χάρηκαν που οι αλογατάρηδες θα τους βοηθούσαν με τα άλογά τους, έστω και μουτρωμένα, και η Νυνάβε και η Ηλαίην δέχθηκαν κάποιες προσκλήσεις. Ο Πέτρα και η Κλαρίν τις κάλεσαν για τσάι όταν θα τακτοποιούνταν. Οι Τσαβάνα ήθελαν να δειπνήσουν μαζί τους οι δύο γυναίκες, το ίδιο και ο Κιν με τον Μπάρι, και μ’ όλα αυτά το χλευαστικό χαμόγελο της Λατέλ έδωσε τη θέση του σε μια βλοσυρή έκφραση. Αρνήθηκαν τις προσκλήσεις με ευγένεια, η Ηλαίην ίσως πιο ευγενικά απ’ όσο η Νυνάβε· ήταν ακόμα νωπή η ανάμνηση του πώς η Νυνάβε είχε παγώσει χαζεύοντας τον Γκάλαντ σαν ελαφρόμυαλη κοπελίτσα, και δεν μπορούσε προς το παρόν να φερθεί με ιδιαίτερη ευγένεια σε κανέναν άνδρα. Ο Λούκα απηύθυνε και τη δική του πρόσκληση, μονάχα προς την Ηλαίην, κάποια στιγμή που η Νυνάβε δεν μπορούσε να ακούσει. Εισέπραξε ένα χαστούκι για τον κόπο του και ο Θομ ανέμισε επιδεικτικά τα μαχαίρια του, που φάνηκαν να κυλούν στα χέρια του, μέχρι που ο άλλος έφυγε μουγκρίζοντας και τρίβοντας το μάγουλο του.