Выбрать главу

Η Νυνάβε άφησε την Ηλαίην να τακτοποιήσει τα πράγματά της στην άμαξα —για την ακρίβεια, η άλλη τα πετούσε όπως-όπως, μουρμουρίζοντας οργισμένη― και πήγε εκεί που ήταν πεδικλωμένα τα χοιράλογα. Τα πελώρια σταχτιά ζώα φαίνονταν νωθρά, όμως η Νυνάβε, που θυμόταν την τρύπα στον πέτρινο τοίχο του Λογχοφόρου του Βασιλιά, αμφέβαλλε αν θα άντεχαν τα δερμάτινα κορδόνια, με τα οποία ήταν δεμένα μεταξύ τους τα ογκώδη μπροστινά τους πόδια. Η Σεράντιν έξυνε το μεγάλο αρσενικό με ένα βούκεντρο που έμοιαζε μπρούντζινο.

«Πώς λέγονται στ’ αλήθεια;» Η Νυνάβε χάιδεψε δειλά τη μακριά μύτη του αρσενικού, την προβοσκίδα, όπως τέλος πάντως κι αν λεγόταν. Οι χαυλιόδοντες έφταναν σε διάμετρο το μηρό της και είχαν μήκος τρία ολόκληρα βήματα, και μάλιστα οι άλλοι του θηλυκού δεν υστερούσαν πολύ. Η μύτη οσμίστηκε τη φούστα της κι αυτή οπισθοχώρησε βιαστικά.

«Σ’ρέντιτ», είπε η γυναίκα με τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. «Λέγονται σ’ρέντιτ, αλλά ο αφέντης Λούκα σκέφτηκε ότι είναι καλύτερο ένα όνομα που μπορείς να το πεις ευκολότερα». Η συρτή μιλιά δεν άφηνε περιθώρια λάθους.

«Υπάρχουν πολλά σ’ρέντιτ στη Σωντσάν;»

Για μια στιγμή το βούκεντρο έμεινε ακίνητο και μετά συνέχισε να ξύνει το ζώο. «Σωντσάν; Τι είναι αυτό; Τα σ’ρέντιτ είναι από το Σάρα, όπως κι εγώ. Πρώτη φορά ακούω για―»

«Μπορεί να έχεις δει το Σάρα, Σεράντιν, αλλά δεν το πιστεύω. Είσαι Σωντσανή. Κι αν δεν μαντεύω λάθος, ήσουν με την εισβολή στο Τόμαν Χεντ και ξέμεινες μετά το Φάλμε».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία», είπε η Ηλαίην, πλησιάζοντας δίπλα της. «Έχουμε ακούσει τη Σωντσανή προφορά στο Φάλμε, Σεράντιν. Δεν θα σου κάνουμε κακό».

Αυτό ξεπερνούσε όσα ήταν διατεθειμένη να υποσχεθεί η Νυνάβε· δεν είχε ευχάριστες αναμνήσεις από τους Σωντσανούς. Όμως... Μια Σωντσανή σε βοήθησε όταν είχες ανάγκη. Δεν είναι όλοι κακοί. Μόνο οι περισσότεροι.

Η Σεράντιν άφησε έναν αργόσυρτο στεναγμό και καμπούριασε λιγάκι. Ήταν σαν να είχε χάσει μια ένταση την οποία δεν αντιλαμβανόταν προηγουμένως. «Ελάχιστους έχω συναντήσει που να ξέρουν ως ένα βαθμό την αλήθεια για το Γυρισμό ή για το Φάλμε. Έχω ακούσει δεκάδες παραμύθια, το ένα πιο εξωφρενικό από το άλλο, ποτέ όμως την αλήθεια. Τόσο το καλύτερο για μένα. Πράγματι με άφησαν πίσω, όπως και πολλά σ’ρέντιτ. Αυτά τα τρία είναι τα μόνα που κατάφερα να μαζέψω. Δεν ξέρω τι έπαθαν τα άλλα. Το αρσενικό λέγεται Μερ, το θηλυκό Σάνιτ, και το μικρό Νέριν. Η Νέριν δεν είναι της Σάνιτ».

«Αυτό έκανες;» ρώτησε η Ηλαίην. «Εκπαίδευες σ’ρέντιτ;»

«Ή μήπως ήσουν σουλ’ντάμ;» πρόσθεσε η Νυνάβε, προτού η άλλη προλάβει να μιλήσει.

Η Σεράντιν κούνησε το κεφάλι. «Με δοκίμασαν, όλα τα κορίτσια τα δοκιμάζουν, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα με το α’ντάμ. Χάρηκα όταν με έβαλαν να δουλέψω με τα σ’ρέντιτ. Είναι υπέροχα ζώα. Ξέρετε πολλά, αφού ξέρετε για τις σουλ’ντάμ και τις νταμέην. Πρώτη φορά συναντώ κάποιον που να ξέρει απ’ αυτά». Δεν φανέρωνε φόβο. Ή ίσως να είχε στερέψει από φόβο όταν είχε βρεθεί εγκαταλειμμένη σε μια ξένη χώρα. Απ’ την άλλη μεριά όμως, μπορεί και να ’λεγε ψέματα.

Οι Σωντσάν ήταν το ίδιο σκληροί με τους Αμαδισιανούς ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν τις γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάζουν, ίσως χειρότεροι. Δεν τις εξόριζαν, ούτε τις σκότωναν· τις αιχμαλώτιζαν και τις χρησιμοποιούσαν. Μέσω μιας συσκευής που λεγόταν α’ντάμ —η Νυνάβε ήταν σίγουρη ότι τα α’ντάμ ήταν ένα είδος τερ’ανγκριάλ― μια γυναίκα που είχε την ικανότητα να χειρίζεται τη Μία Δύναμη μπορούσε να ελέγχεται από μια άλλη γυναίκα, μια σουλ’ντάμ, η οποία ανάγκαζε την νταμέην να χρησιμοποιεί τα ταλέντα της για όποιο σκοπό ήθελαν οι Σωντσάν, ακόμα και ως όπλο. Οι νταμέην ήταν σαν ζώα, αν και ζώα που τα πρόσεχαν. Κι οι Σωντσάν έκαναν νταμέην όσες γυναίκες έβρισκαν, οι οποίες είχαν την ικανότητα να διαβιβάζουν ή που είχαν μέσα τους τη σπίθα· οι Σωντσάν είχαν ερευνήσει το Τόμαν Χεντ πιο εξονυχιστικά απ’ όσο το είχε ποτέ ονειρευτεί ο Πύργος. Η Νυνάβε ένιωθε αναγούλα στη σκέψη και μόνο των α’ντάμ, των σουλ’ντάμ και των νταμέην.

«Ξέρουμε κάποια πράγματα», είπε στην Σεράντιν, «αλλά θέλουμε να μάθουμε κι άλλα». Οι Σωντσάν είχαν φύγει, καταδιωγμένοι από τον Ραντ, όμως αυτό δεν σήμαινε πως δεν θα επέστρεφαν κάποια μέρα. Ο κίνδυνος αυτός φάνταζε μακρινός πλάι σε οτιδήποτε άλλο είχαν να αντιμετωπίσουν, όμως το ότι είχες το αγκάθι στο πόδι δεν σήμαινε ότι η γρατσουνιά που σου είχε αφήσει το βάτο στον ώμο δεν θα κακοφόρμιζε τελικά. «Καλά θα κάνεις να απαντάς με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις μας». Θα είχαν χρόνο καθώς θα ταξίδευαν προς το βορρά.

«Σου υπόσχομαι ότι δεν θα πάθεις τίποτα», πρόσθεσε η Ηλαίην. «Θα σε προστατεύσω, αν χρειαστεί».

Η γυναίκα με τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά κοίταξε τις δυο τους, τη μια και μετά την άλλη, και ξαφνικά, προς έκπληξη της Νυνάβε, έπεσε πρηνής στο χώμα μπροστά στην Ηλαίην. «Είσαι μια Υψηλή Αρχόντισσα αυτής της γης, όπως το είπες στον Λούκα. Δεν το είχα καταλάβει. Συγχώρεσέ με, Υψηλή Αρχόντισσα. Υποτάσσομαι σε σένα». Και φίλησε το χώμα μπροστά στα πόδια της Ηλαίην. Τα μάτια της Ηλαίην είχαν γουρλώσει τόσο, που έμοιαζαν έτοιμα να πέσουν.