Выбрать главу

Η Νυνάβε ήταν σίγουρη πως έτσι έμοιαζαν και τα δικά της. «Σήκω», σφύριξε, ψάχνοντας νευρικά με το βλέμμα μήπως τις έβλεπε κανείς. Ο Λούκα —πανάθεμά τον!― και η Λατέλ, ακόμα συνοφρυωμένη, τις κοίταζαν, όμως δεν μπορούσε να γίνει τίποτα πια. «Σήκω!» Η γυναίκα δεν σάλεψε.

«Σήκω όρθια, Σεράντιν», είπε η Ηλαίην. «Σ’ αυτή τη γη δεν απαιτείς από τους άλλους να σου φέρονται έτσι. Ακόμα κι αν είσαι κυβερνήτης». Και πρόσθεσε, ενώ η Σεράντιν σηκωνόταν, «Θα σου διδάξω τον σωστό τρόπο να φέρεσαι, με αντάλλαγμα απαντήσεις στις ερωτήσεις μας».

Η γυναίκα υποκλίθηκε, με τα χέρια στα γόνατα και το κεφάλι σκυμμένο. «Μάλιστα, Υψηλή Αρχόντισσα. Όπως ορίζεις. Είμαι δική σου».

Η Νυνάβε βαριαναστέναξε. Μια χαρά θα τα περνούσαν ταξιδεύοντας προς την Γκεάλνταν.

18

Ένα Κυνηγόσκυλο του Σκότους

Η Λίαντριν οδηγούσε το άλογό της μέσα στην κοσμοπλημμύρα των δρόμων του Άμαντορ, ενώ το περιφρονητικό χαμόγελο στα τριανταφυλλένια χείλη της κρυβόταν από το βαθύ, κυρτό της καπέλο. Της είχε στοιχίσει που είχε ξεφορτωθεί τις μυριάδες πλεξίδες της, και ακόμα περισσότερο που φορούσε τα γελοία αξεσουάρ αυτής της γελοίας χώρας· της άρεσε κάπως το πορτοκαλί χρώμα του καπέλου και του φορέματος ιππασίας, όχι όμως και οι μεγάλοι βελούδινοι φιόγκοι που αμφότερα διέθεταν. Πάντως, το βαθύ καπέλο έκρυβε τα μάτια της —τα καστανά μάτια της σε συνδυασμό με τα μελόξανθα μαλλιά της θα φανέρωναν αμέσως ότι επρόκειτο για Ταραμπονέζα, κάτι όχι και τόσο θετικό στην Αμαδισία τώρα― κι έκρυβε επίσης κάτι που εδώ θα ήταν ακόμα χειρότερο, αν το φανέρωνε, το πρόσωπο μιας Άες Σεντάι. Καλά κρυμμένη, μπορούσε να χλευάζει με μορφασμούς τους Λευκομανδίτες, που έμοιαζαν να αποτελούν το ένα πέμπτο του πλήθους. Όχι ότι ήταν καλύτεροι οι στρατιώτες, οι οποίοι αποτελούσαν ακόμα ένα πέμπτο. Βέβαια, σε κανέναν από όλους αυτούς δεν περνούσε η ιδέα να κοιτάξει μέσα από το καπέλο. Εδώ οι Άες Σεντάι ήταν εκτός νόμου κι αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχαν.

Έστω κι έτσι, ένιωσε κάπως καλύτερα όταν έστριψε και πέρασε την περίτεχνη σιδερένια πύλη μπροστά στο σπίτι του Τζόριν Αρένε. Άλλο ένα άκαρπο ταξίδι στην αναζήτησή της για ειδήσεις από τον Λευκό Πύργο· το τελευταίο πράγμα που είχε μάθει ήταν ότι η Ελάιντα νόμιζε πως είχε τον έλεγχο του Πύργου, και ότι είχε ξεφορτωθεί εκείνη τη Σάντσε. Πράγματι, η Σιουάν είχε δραπετεύσει, αλλά τώρα ήταν ένα άχρηστο κουρέλι.

Οι κήποι πίσω από τον ψηλό πέτρινο φράχτη ήταν γεμάτοι φυτά που ξεραίνονταν από την αναβροχιά, όμως τα είχαν περιποιηθεί και τα είχαν κλαδέψει έτσι, ώστε να σχηματίζουν κύβους και μπάλες, αν κι ένα είχε μορφή αλόγου που κάνει άλμα. Μόνο ένα, φυσικά. Έμποροι σαν τον Αρένε μιμούνταν τους ανώτερους τους, αλλά δεν τολμούσαν να ξεπεράσουν τα όρια, φοβούμενοι μήπως τους κατέκρινε κάποιος για υπερβολική έπαρση. Περίτεχνα μπαλκόνια στόλιζαν το σπίτι με τις στέγες από κόκκινο κεραμίδι και μάλιστα υπήρχε μια κιονοστοιχία, αλλά, αντίθετα από την κατοικία του άρχοντα, την οποία μιμούταν, στεκόταν σε πέτρινη βάση και είχε ύψος το πολύ τρία μέτρα. Μια παιδική απομίμηση ενός αριστοκρατικού μεγάρου.

Ο μικρόσωμος, νευρώδης γκριζομάλλης, που έτρεξε γεμάτος φόβο και σέβας να της κρατήσει τον αναβολέα και να της πάρει τα χαλινάρια όταν εκείνη ξεπέζεψε, ήταν ντυμένος όλος στα μαύρα. Όποια χρώματα κι αν διάλεγε ένας έμπορος για τις λιβρέες των υπηρετών του, σίγουρα θα βρισκόταν κάποιος άρχοντας που φορούσε τα ίδια, κι ακόμα κι ένας υποδεέστερος άρχοντας μπορούσε να δυσκολέψει τη ζωή μέχρι και του πλουσιότερου εμπόρου. Οι άνθρωποι στους δρόμους αποκαλούσαν το μαύρο «λιβρέα των εμπόρων» και χαχάνιζαν λέγοντας το. Η Λίαντριν απεχθανόταν το μαύρο σακάκι του ιπποκόμου όσο και το σπίτι του Αρένε και τον ίδιο τον Αρένε. Κάποια μέρα θα είχε αληθινά μέγαρα. Παλάτια. Της τα είχαν υποσχεθεί, όπως και την εξουσία που θα τα συνόδευε.

Έβγαλε τα γάντια ιππασίας και ανέβηκε τη γελοία ράμπα που ανηφόριζε ανάμεσα στη βάση της κιονοστοιχίας προς την εξώπορτα με τα σκαλισμένα κλήματα. Τα οχυρωμένα μέγαρα των αρχόντων διέθεταν ράμπες, επομένως ένας έμπορος που είχε καλή ιδέα για τον εαυτό του δεν μπορούσε να έχει σκάλα. Μια νεαρή μαυροντυμένη υπηρέτρια της πήρε τα γάντια και το βαθύ καπέλο εκεί, στον στρογγυλό προθάλαμο, που ήταν γεμάτος πόρτες και σκαλισμένα και φανταχτερά βαμμένες κολόνες και είχε ένα εσωτερικό κυκλικό μπαλκόνι. Το πάτωμα ήταν λακαρισμένο έτσι, ώστε να μοιάζει με μωσαϊκό, όλο άστρα μέσα σε άστρα, χρυσά και μαύρα. «Θα πάρω το μπάνιο μου σε μια ώρα», είπε η Λίαντριν στην υπηρέτρια. «Θα είναι στη σωστή θερμοκρασία αυτή τη φορά, ε;» Η υπηρέτρια χλώμιασε, καθώς έκλινε το γόνυ, και, τραυλίζοντας καταφατικά, έφυγε τρεχάτη.