Выбрать главу

Η Αμελία Αρένε, σύζυγος του Τζόριν, βγήκε από μια πόρτα, απορροφημένη στη συζήτηση με έναν παχύ φαλακρό άνδρα, ο οποίος φορούσε άσπιλη λευκή ποδιά. Η Λίαντριν άφησε την ανάσα της να βγει περιφρονητικά. Η γυναίκα μεγαλοπιανόταν, όμως όχι μόνο μιλούσε η ίδια στον μάγειρα, αλλά τον έβγαζε από την κουζίνα του για να συζητήσουν για τα φαγητά. Φερόταν στον υπηρέτη σαν ― σαν να ήταν φίλοι!

Ο χοντρο-Έβον την είδε πρώτος και στραβοκατάπιε, ενώ τα γουρουνίσια ματάκια του ευθύς κοίταξαν αλλού Δεν της άρεσε να την κοιτάζουν οι άνδρες, και του είχε μιλήσει ορθά-κοφτά την πρώτη μέρα της εδώ για τον τρόπο που μερικές φορές το βλέμμα του κολλούσε πάνω της. Εκείνος είχε προσπαθήσει να το αρνηθεί, όμως αυτή ήξερε τις πρόστυχες συνήθειες των ανδρών. Δίχως να ζητήσει άδεια από την κυρία του, ο Έβον έφυγε σχεδόν τρέχοντας για την κουζίνα του.

Η σύζυγος του γκριζομάλλη εμπόρου ήταν μια γυναίκα με αυστηρό πρόσωπο όταν είχαν έρθει η Λίαντριν και οι άλλες. Τώρα όμως έγλειψε τα χείλη κι ίσιωσε άσκοπα το γεμάτο φιόγκους πράσινο μεταξωτό φόρεμα της. «Πάνω είναι κάποια μαζί με τις άλλες, Αρχόντισσά μου», είπε δειλά. Την πρώτη εκείνη μέρα είχε νομίσει πως μπορούσε να πει το όνομα της Λίαντριν. «Στο μπροστινό αναπαυτήριο. Από την Ταρ Βάλον, νομίζω».

Η Λίαντριν, διερωτώμενη ποια θα μπορούσε να είναι, πλησίασε την κοντινότερη καμπυλωτή σκάλα. Γνώριζε ελάχιστες άλλες του Μαύρου Άτζα, φυσικά, για λόγους ασφαλείας· ό,τι δεν ξέρουν άλλοι, δεν μπορούν να το προδώσουν. Στον Πύργο ήξερε μόνο μία από τις δώδεκα που είχαν έρθει μαζί της φεύγοντας. Δύο από τις δώδεκα ήταν νεκρές και ήξερε ποιος έφταιγε. Η Εγκουέν αλ’Βέρ, η Νυνάβε αλ’Μεάρα και η Ηλαίην Τράκαντ. Τόσο άσχημα είχαν πάει τα πράγματα στο Τάντσικο, που θα πίστευε ότι εκείνες οι τρεις υπεροπτικές Αποδεχθείσες βρίσκονταν εκεί, αλλά βέβαια ήταν ανόητες που δυο φορές είχαν μπει πρόθυμα στις παγίδες της. Δεν είχε σημασία το ότι είχαν γλιτώσει και τις δύο φορές. Αν οι τρεις ήταν τότε στο Τάντσικο, θα είχαν πέσει στα χέρια της, ασχέτως του τι ισχυριζόταν η Τζεάνε πως είχε δει. Την επόμενη φορά που θα τις έβρισκε, δεν θα γλίτωναν. Θα τις κανόνιζε οριστικά, παρά τις διαταγές που είχε.

«Αρχόντισσά μου», κόμπιασε η Αμέλια. «Ο σύζυγός μου, Αρχόντισσα. Ο Τζόριν. Σε παρακαλώ, μήπως μπορεί να τον βοηθήσει μια από σας; Δεν το ήθελε, Αρχόντισσά μου. Έμαθε το μάθημά του».

Η Λίαντριν κοντοστάθηκε με το ένα χέρι στη σμιλεμένη κουπαστή, κοιτώντας πάνω από τον ώμο της. «Κακώς πίστεψε ότι οι όρκοι του στον Μέγα Άρχοντα θα ξεχνιούνταν τόσο βολικά, έτσι δεν είναι;»

«Έμαθε το μάθημα του, Αρχόντισσά μου. Σε παρακαλώ. Όλη μέρα ξαπλώνει κάτω από κουβέρτες —σ’ αυτό το λιοπύρι― τρέμοντας. Κλαίει, αν τον αγγίξει κάποιος ή του μιλήσει πιο δυνατά από ψίθυρο».

Η Λίαντριν στάθηκε, σαν να το συλλογιζόταν, και μετά ένευσε κομψά. «Θα ζητήσω από την Τσέσμαλ να δει τι μπορεί να κάνει. Καταλαβαίνεις όμως ότι δεν υπόσχομαι τίποτα». Το τρεμάμενο ευχαριστώ της άλλης την ακολούθησε, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, αλλά αυτή δεν έδωσε σημασία. Ήταν του Γκρίζου Άτζα, προτού προσχωρήσει στο Μαύρο, και, πάντα φρόντιζε να μοιράζει ομοιόμορφα τον πόνο, όταν μεσολαβούσε· ήταν πολύ πετυχημένη μεσολαβήτρια, επειδή της άρεσε να μοιράζει τον πόνο. Η Τσέσμαλ είχε πει ότι ίσως σε μερικούς μήνες ο έμπορος θα μπορούσε να κάνει απλά πράγματα, αρκεί να μην ήταν δύσκολα και να μην ύψωνε κάποιος τη φωνή του. Ήταν μια από τις καλύτερες Θεραπεύτριες εδώ και πολλές γενιές Κίτρινων, άρα κάτι ήξερε.

Δοκίμασε μια έκπληξη όταν μπήκε στο μπροστινό αναπαυτήριο. Εννιά από τις δέκα Μαύρες αδελφές που είχαν έρθει μαζί της, στέκονταν ολόγυρα στο δωμάτιο, μπροστά στις σκαλισμένες και ζωγραφισμένες επενδύσεις των τοίχων, αν και στο χαλί με τη χρυσή μπορντούρα υπήρχαν άφθονες καρέκλες με μεταξωτή επένδυση. Η δέκατη, η Τεμάιλε Κιντερόντε, έδινε ένα ντελικάτο πορσελάνινο φλιτζάνι τσαγιού σε μια μελαχρινή γυναίκα, εμφανίσιμη παρά το στιβαρό κορμί της, που φορούσε εσθήτα στο χρώμα του μπρούντζου με κόψιμο άγνωστο στη Λίαντριν. Η καθισμένη γυναίκα φάνταζε γνώριμη, αμυδρά, αν και δεν ήταν Άες Σεντάι· έδειχνε καθαρά ότι ήταν σχεδόν μεσήλικη, και, παρ’ όλο που τα μάγουλά της ήταν αρυτίδιαστα, δεν είχε την αγέραστη όψη των Άες Σεντάι.

Όμως η ατμόσφαιρα του δωματίου έκανε τη Λίαντριν επιφυλακτική. Η Τεμάιλε ήταν απατηλά εύθραυστη στην εμφάνισή της, με κείνα τα μεγάλα, παιδικά γαλανά μάτια που έκαναν τους άλλους να την εμπιστεύονται· εκείνα τα μάτια τώρα έδειχναν ανησυχία, ταραχή, και το φλιτζάνι του τσαγιού κροτάλισε στο δίσκο προτού το πιάσει η άλλη. Όλα τα πρόσωπα έδειχναν ταραχή, με εξαίρεση το πρόσωπο της αμυδρά γνώριμης γυναίκας. Η Τζεάνε Κάιντε με τη χαλκόχρωμη επιδερμίδα, που φορούσε εκείνα τα αηδιαστικά ρούχα των Ντομανών μέσα στο σπίτι, είχε ακόμα δάκρυα, που άστραφταν στα μάγουλά της· ήταν κάποτε Πράσινη και της άρεσε να επιδεικνύεται στους άνδρες, περισσότερο απ’ όσο συνήθιζαν οι Πράσινες. Η Ριάνα Αντομέραν, Λευκή κάποτε, πάντα ψυχρή κι αλαζονική δολοφόνος, άγγιζε συνεχώς νευρικά την άσπρη πινελιά των μελαχρινών μαλλιών της πάνω από το αριστερό αυτί της. Η αλαζονεία της είχε εξανεμιστεί.