Выбрать главу

«Τι συνέβη εδώ;» ζήτησε να μάθει η Λίαντριν. «Ποια είσαι εσύ και τι-;» Ξαφνικά, μια ανάμνηση έλαμψε στο νου της. Μια Σκοτεινόφιλη, μια υπηρέτρια στο Τάντσικο, που πάντα έκανε τη σπουδαία. «Γκύλντιν!» φώναξε. Η υπηρέτρια είχε καταφέρει με κάποιον τρόπο να τις ακολουθήσει και προφανώς ήθελε να εμφανιστεί ως Μαύρη αγγελιοφόρος με άσχημα νέα. «Αυτή τη φορά το παράκανες». Έκανε να αγκαλιάσει το σαϊντάρ, αλλά την ίδια στιγμή η λάμψη περιέβαλε την άλλη γυναίκα και η Λίαντριν ένιωσε έναν συμπαγή, αόρατο τοίχο να τη σταματά προτού φτάσει στην Πηγή. Η Πηγή έμεινε εκεί σαν τον ήλιο, σκανδαλιστικά άπιαστη.

«Σταμάτα να χάσκεις, Λίαντριν», είπε γαλήνια η άλλη. «Μοιάζεις με ψάρι. Δεν είμαι η Γκύλντιν, αλλά η Μογκέντιεν. Το τσάι θέλει κι άλλο μέλι, Τεμάιλε». Η λιγνή γυναίκα με το πρόσωπο της αλεπούς χίμηξε να πάρει το φλιτζάνι, βαριανασαίνοντας.

Σίγουρα έτσι ήταν. Ποια άλλη θα μπορούσε να φοβίσει τόσο αυτές τις γυναίκες; Η Λίαντριν τις κοίταξε όπως στέκονταν στους τοίχους. Η στρογγυλοπρόσωπη Έλντριθ Τζόνταρ, που, επιτέλους, για μια φορά δεν είχε αφηρημένο βλέμμα, παρά τη μουντζαλιά του μελανιού στη μύτη της, ένευσε ζωηρά. Οι άλλες έδειχναν ότι φοβούνταν ακόμα και να σαλέψουν. Γιατί μια Αποδιωγμένη —δεν έπρεπε να χρησιμοποιούν αυτό το όνομα, συνήθως όμως το έλεγαν αναμεταξύ τους — γιατί η Μογκέντιεν είχε μασκαρευτεί σαν υπηρέτρια, αυτό η Λίαντριν δεν το καταλάβαινε. Η Μογκέντιεν είχε ή θα μπορούσε να έχει ό,τι ήθελε. Όχι μόνο γνώση της Μίας Δύναμης που ξεπερνούσε τα όνειρά της, αλλά κι εξουσία. Εξουσία επί των άλλων, εξουσία επί του κόσμου. Και αθανασία. Εξουσία για μια ζωή που δεν θα τελείωνε ποτέ. Η Λίαντριν και οι αδελφές της είχαν συζητήσει για πιθανές έριδες μεταξύ των Αποδιωγμένων· υπήρχαν εντολές που αντέφασκαν, κι εντολές προς άλλους Σκοτεινόφιλους αντίθετες με εκείνες που είχαν λάβει οι ίδιες. Ίσως η Μογκέντιεν κρυβόταν από τους υπόλοιπους Αποδιωγμένους.

Η Λίαντριν άπλωσε τη σχιστή φούστα ιππασίας της όσο καλύτερα μπορούσε και έκλινε βαθιά το γόνυ. «Σε καλωσορίζουμε, Μεγάλη Κυρά. Με τους Εκλεκτούς να μας οδηγούν, σίγουρα θα θριαμβεύσουμε προτού έρθει η Μέρα της Επιστροφής του Μεγάλου Άρχοντα».

«Μια χαρά τα λες», είπε ξερά η Μογκέντιεν, παίρνοντας πάλι το φλιτζάνι από την Τεμάιλε. «Ναι, έτσι είναι καλύτερα». Η Τεμάιλε έδειξε παράλογα ευγνώμων, ανακουφισμένη. Τι είχε κάνει η Μογκέντιεν;

Ξαφνικά, μια σκέψη ήρθε στο νου της Λίαντριν, μια σκέψη δυσάρεστη. Είχε φερθεί σε μια Εκλεκτή σαν να ήταν υπηρέτρια. «Μεγάλη Κυρά, στο Τάντσικο δεν ήξερα ότι είσαι―»

«Φυσικά και δεν γνώριζες», είπε ενοχλημένη η Μογκέντιεν, «Τι νόημα θα είχε να καιροφυλακτώ στις σκιές, αν με ξέρατε;» Ξαφνικά, ένα χαμογελάκι άνθισε στα χείλη της· τα μάτια της όμως δεν φωτίστηκαν καθόλου. «Ανησυχείς για τις φορές που έστειλες την Γκύλντιν στον μάγειρα να τη δείρει;» Ξαφνικά το πρόσωπο της Λίαντριν γέμισε κόμπους ιδρώτα. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι θα επέτρεπα τέτοιο πράγμα; Ο άνθρωπος μπορεί να σου έδινε αναφορά, αλλά θυμόταν ό,τι ήθελα να θυμάται. Και μάλιστα λυπόταν για την Γκύλντιν, έτσι που την κακομεταχειριζόταν η κυρά της». Η έκφρασή της έδειχνε ότι το έβρισκε αστείο. «Μου έδινε από το επιδόρπιο που έφτιαχνε για σένα. Δεν θα με δυσαρεστούσε αν είναι ακόμα ζωντανός».

Η Λίαντριν ανάσανε ανακουφισμένη. Δεν θα πέθαινε. «Μεγάλη Κυρά, δεν υπάρχει λόγος να με φράζεις από την Πηγή. Κι εγώ υπηρετώ τον Μέγα Άρχοντα. Έδωσα τους όρκους μου ως Σκοτεινόφιλη προτού καν πάω στον Λευκό Πύργο. Έψαχνα να βρω το Μαύρο Άτζα από τη μέρα που κατάλαβα ότι μπορώ να διαβιβάζω».

«Επομένως θα είσαι η μοναδική σ’ αυτό το σκυλολόι που δεν χρειάζεται να μάθει ποια είναι η κυρά της;» Η Μογκέντιεν ύψωσε το φρύδι της. «Δεν το περίμενα από σένα». Η λάμψη γύρω της εξαφανίστηκε. «Έχω θελήματα να αναθέσω σε όλες σας. Ό,τι δουλειές κι αν είχατε αρχίσει, ξεχάστε τις. Είστε ανίκανες, όπως αποδείξατε στο Τάντσικο. Με το χέρι μου στο μαστίγιο, ίσως να κυνηγήσετε καλύτερα».