«Περιμένουμε διαταγές από τον Λευκό Πύργο, Μεγάλη Κυρά», είπε η Λίαντριν. Ανίκανες! Στο Τάντσικο παραλίγο να έβρισκαν αυτό που ζητούσαν, αλλά οι ταραχές είχαν καταπιεί την πόλη· μόλις που είχαν γλιτώσει τον όλεθρο από τις Άες Σεντάι, οι οποίες είχαν ανακαλύψει τυχαία τα σχέδιά τους. Αν είχε κάνει τότε την εμφάνιση της η Μογκέντιεν, αν είχε σηκώσει λίγο το χέρι να τις βοηθήσει, θα είχαν θριαμβεύσει. Αν υπήρχε φταίχτης για την αποτυχία, ήταν η ίδια η Μογκέντιεν. Η Λίαντριν απλώθηκε προς την Αληθινή Πηγή, όχι για να την αγκαλιάσει, αλλά για να βεβαιωθεί ότι ο φραγμός είχε χαθεί κι όχι απλώς στερεωθεί. «Μας δόθηκαν μεγάλες ευθύνες, σπουδαία έργα να εκτελέσουμε, και σίγουρα θα μας διατάξουν να συνεχίσουμε―»
Η Μογκέντιεν τη διέκοψε απότομα. «Υπηρετείτε όποιον Εκλεκτό θελήσει να σας περιμαζέψει. Όποια κι αν σας στέλνει εντολές από τον Λευκό Πύργο, τώρα δέχεται άλλες με τη σειρά της από έναν από μας και, πιθανότατα, θα πέφτει με την κοιλιά στο πάτωμα, όταν τις ακούει. Θα με υπηρετήσετε, Λίαντριν. Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό».
Η Μογκέντιεν δεν ήξερε ποια ήταν επικεφαλής του Μαύρου Άτζα. Αυτό ήταν μια αποκάλυψη. Η Μογκέντιεν δεν ήξερε τα πάντα. Η Λίαντριν πάντα φανταζόταν τους Εκλεκτούς σχεδόν παντοδύναμους, τους φανταζόταν ανώτερους από τους απλούς θνητούς. Ίσως η γυναίκα αυτή στην πραγματικότητα να το έσκαγε από τους άλλους Αποδιωγμένους. Αν τους την παρέδιδε, σίγουρα θα ανέβαινε ψηλότερα. Ίσως μάλιστα έφτανε να γίνει ένας απ’ αυτούς. Είχε ένα κόλπο από την εποχή που ήταν παιδί. Και μπορούσε να αγγίξει την Πηγή. «Μεγάλη Κυρά, υπηρετούμε τον Μέγα Άρχοντα, όπως κι εσύ. Κι εμάς επίσης μας υποσχέθηκαν αιώνια ζωή κι εξουσία, όταν ο Μέγας Άρχοντας ξαν―»
«Νομίζεις ότι είμαστε ίσες, αδερφούλα;» Η Μογκέντιεν έκανε μια γκριμάτσα αηδίας. «Μήπως στάθηκες στο Χάσμα του Χαμού για να αφιερώσεις την ψυχή σου στον Μέγα Άρχοντα; Μήπως γεύτηκες τη γλύκα της νίκης στο Πάαραν Ντίσεν ή την πίκρα της στάχτης στο Άσαρ Ντον; Είσαι ένα κουτάβι που δεν το έχουν εκπαιδεύσει, όχι η αρχηγός του κοπαδιού, και θα πηγαίνεις όπου σου λέω, μέχρι να σου δώσω μια καλύτερη θέση. Και οι άλλες νόμιζαν επίσης πως ήταν ανώτερες απ’ ό,τι ήταν. Θέλεις να δοκιμάσεις τη δύναμή σου εναντίον μου;»
«Φυσικά και όχι, Μεγάλη Κυρά». Όχι τώρα, που ήταν προειδοποιημένη και έτοιμη. «Δεν―»
«Αργά ή γρήγορα θα το κάνεις, και προτιμώ να ξεμπερδεύουμε τώρα, στην αρχή. Γιατί νομίζεις ότι έχουν τόσο πρόσχαρο ύφος οι συντρόφισσες σου; Έχω ήδη διδάξει στην καθεμιά τους το ίδιο μάθημα σήμερα. Δεν θα κάτσω να αναρωτιέμαι πότε πρέπει να σου το διδάξω και σένα. Δοκίμασε».
Η Λίαντριν έγλειψε τα χείλη με φόβο και κοίταξε ολόγυρα τις γυναίκες που στέκονταν παγωμένες στους τοίχους. Μονάχα η Άσνι Ζεράμινι έκανε μια απειροελάχιστη κίνηση· κούνησε ελαφρά το κεφάλι. Τα γερτά μάτια της Άσνι, τα ψηλά ζυγωματικά και η δυνατή μύτη έδειχναν ότι ήταν Σαλδαία, και διέθετε την περιβόητη τόλμη των Σαλδαίων. Αν τη συμβούλευε να μην δοκιμάσει, αν τα μαύρα μάτια της έκρυβαν φόβο, τότε σίγουρα θα ’ταν καλύτερο για τη Λίαντριν να ικετέψει τη Μογκέντιεν όσο χρειαζόταν για να τη μεταπείσει. Όμως, από την άλλη, είχε εκείνο το κόλπο.
Έπεσε στα γόνατα, με το κεφάλι χαμηλωμένο, υψώνοντας το βλέμμα στην Αποδιωγμένη με φόβο όχι τελείως προσποιητό. Η Μογκέντιεν στρογγυλοκαθόταν στην καρέκλα κι έπινε το τσάι της. «Μεγάλη Κυρά, σε ικετεύω να με συγχωρέσεις αν αυθαδίασα. Ξέρω ότι δεν είμαι παρά ένα σκουλήκι κάτω από το πόδι σου. Σε ικετεύω, όπως κάποια που θα ’θελε να γίνει το πιστό κυνηγόσκυλό σου, να δείξεις έλεος σε τούτο το άθλιο σκυλί». Το βλέμμα της Μογκέντιεν γύρισε στο φλιτζάνι της, και αμέσως, ενώ οι λέξεις ακόμα έβγαιναν από το στόμα της, η Λίαντριν αγκάλιασε την Πηγή και διαβίβασε, αναζητώντας το αδύνατο σημείο που πρέπει να υπήρχε στην αυτοπεποίθηση της Αποδιωγμένης, το αδύνατο σημείο που υπήρχε στο προσωπείο της δύναμης που παρουσίαζαν όλοι.
Την ίδια στιγμή που εξαπέλυε την επίθεσή της, το φως του σαϊντάρ κύκλωσε την άλλη γυναίκα και πόνος τύλιξε τη Λίαντριν. Σωριάστηκε στο χαλί, προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά μια αφάνταστη αγωνία δεν την άφησε να βγάλει άχνα από το ορθάνοιχτο στόμα της. Τα μάτια της θα πετάγονταν από το κεφάλι της· η επιδερμίδα της θα ξεφλούδιζε λουρίδες-λουρίδες. Μια ολόκληρη αιωνιότητα σπαρταρούσε εκεί, και, όταν αυτό εξαφανίστηκε ξαφνικά, όπως την είχε πιάσει, έμεινε ξαπλωμένη εκεί, τρέμοντας, κλαίγοντας με το στόμα ανοιχτό.
«Καταλαβαίνεις τώρα» είπε γαλήνια η Μογκέντιεν, δίνοντας το άδειο φλιτζάνι στην Τεμάιλε, λέγοντάς της, «Ήταν πολύ καλό. Όμως την επόμενη φορά να είναι λίγο δυνατότερο». Η Τεμάιλε φαινόταν έτοιμη να λιποθυμήσει. «Δεν είσαι αρκετά γρήγορη, Λίαντριν, δεν είσαι αρκετά δυνατή και δεν έχεις αρκετές γνώσεις. Αυτό το αξιοθρήνητο πράγμα που δοκίμασες εναντίον μου. Θα ήθελες να δεις πώς πραγματικά είναι;» Διαβίβασε.