Η Λίαντριν την κοίταξε με λατρεία. Σύρθηκε στο πάτωμα και προσπάθησε να αρθρώσει τα λόγια της ανάμεσα σε αναφιλητά που δεν είχαν σταματημό. «Συγχώρεσέ με, Μεγάλη Κυρά». Αυτή η εξαίσια γυναίκα, σαν άστρο στα ουράνια, σαν κομήτης, που της άξιζε θαυμασμός πάνω από όλους τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες. «Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ», τη θερμοπαρακάλεσε, στολίζοντας με φιλιά τον ποδόγυρο του φουστανιού της Μογκέντιεν, καθώς παραμιλούσε. «Συγχώρεσέ με. Είμαι ένα σκυλί, ένα σκουλήκι». Ντρεπόταν από βάθους καρδιάς που δεν εννοούσε αυτά τα λόγια όταν τα ξεστόμιζε νωρίτερα. Ήταν αληθινά. Μπροστά σ’ αυτή τη γυναίκα, γίνονταν αληθινά. «Άφησε με να σε υπηρετήσω, Μεγάλη Κυρά. Επίτρεψέ μου να σε υπηρετήσω. Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ».
«Δεν είμαι η Γκρένταλ», είπε η Μογκέντιεν, σπρώχνοντάς την με το πόδι της που το στόλιζε ένα βελούδινο γοβάκι.
Ξαφνικά, η αίσθηση της λατρείας χάθηκε. Όμως, όπως η Λίαντριν κειτόταν σωριασμένη εκεί, κλαίγοντας, τη θυμόταν καθαρά. Κοίταξε την Αποδιωγμένη φρικιώντας.
«Πείστηκες ή όχι ακόμα, Λίαντριν;»
«Μάλιστα, Μεγάλη Κυρά», κατάφερε να πει. Είχε πειστεί. Είχε πειστεί ότι δεν τολμούσε ούτε να σκεφτεί πως θα ξαναδοκίμαζε, αν δεν ήταν βέβαιη για την επιτυχία της. Το κόλπο της ήταν η πιο ωχρή σκιά εκείνου που είχε κάνει η Μογκέντιεν. Αν μπορούσε μονάχα να το μάθει...
«Θα δούμε. Νομίζω ότι είσαι απ’ αυτές που χρειάζονται και δεύτερο μάθημα. Προσευχήσου να μην είναι έτσι, Λίαντριν· το δεύτερο μάθημα που παραδίδω είναι αυστηρότατο. Πάρε τώρα θέση μαζί με τις άλλες. Θα ανακαλύψεις πως έχω πάρει μερικά από τα αντικείμενα της δύναμης που είχες στο δωμάτιό σου, αλλά μπορείς να κρατήσεις τα μπιχλιμπίδια που έμειναν. Δεν είμαι ευγενική;»
«Η Μεγάλη Κυρά είναι ευγενική», συμφώνησε η Λίαντριν, μέσα σε βήχα και αραιά αναφιλητά που δεν μπορούσε να τα πνίξει.
Σηκώθηκε όρθια με τα μέλη της λυμένα και πήγε να σταθεί πλάι στην Άσνι· η ξύλινη επένδυση του τοίχου στην πλάτη της τη βοήθησε να στηριχτεί. Είδε τις ροές Αέρα που υφαίνονταν· ήταν μονάχα Αέρας, αλλά έκανε ένα μορφασμό φόβου, καθώς της έκλεινε το στόμα κι εμπόδιζε τον ήχο να φτάσει στα αυτιά της. Δεν προσπάθησε βεβαίως να αντισταθεί. Δεν επέτρεψε καν στις σκέψεις της να στραφούν στο σαϊντάρ. Ποιος άραγε ήξερε τι μπορούσε να κάνει μια Αποδιωγμένη; Ίσως να διάβαζε τις σκέψεις της. Θέλησε να το βάλει στα πόδια μόλις το σκέφτηκε αυτό. Όχι. Αν η Μογκέντιεν ήξερε τις σκέψεις της, τώρα θα ήταν νεκρή. Ή θα ήταν ακόμα στο πάτωμα να ουρλιάζει. Ή θα φιλούσε τα πόδια της Μογκέντιεν και θα την ικέτευε να την υπηρετήσει. Η Λίαντριν δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το ρίγος που την έπιασε· αν η ύφανση δεν έκλεινε το στόμα της, τα δόντια της θα χτυπούσαν μεταξύ τους.
Η Μογκέντιεν ύφανε το ίδιο πράγμα σε όλες εκτός από τη Ριάνα, στην οποία έκανε νόημα με μια αγέρωχη κίνηση του δάχτυλου να γονατίσει μπροστά της. Ύστερα η Ριάνα έφυγε και ήρθε η σειρά της Μάριλιν Γκεμάλφιν να λυθεί και να δεχθεί διαταγές.
Από κει που στεκόταν η Λίαντριν έβλεπε τα πρόσωπά τους, έστω κι αν τα στόματά τους ανοιγόκλειναν χωρίς ήχο που να φτάνει στ’ αυτιά της. Προφανώς, η κάθε μια έπαιρνε διαταγές που δεν θα μάθαιναν οι άλλες. Τα πρόσωπα δεν φανέρωναν πολλά όμως. Η Ριάνα απλώς είχε ακούσει, με ένα βλέμμα ανακούφισης στα μάτια, είχε γείρει το κεφάλι δείχνοντας ότι δεχόταν, και είχε φύγει. Η Μάριλιν είχε δείξει έκπληξη και μετά προθυμία, αλλά ήταν Καφέ, και οι Καφέ αδελφές μπορούσαν να δείξουν ενθουσιασμό κάθε φορά που τους δινόταν η ευκαιρία να ξεθάψουν μουχλιασμένες, χαμένες γνώσεις. Η Τζεάνε Κάιντε πήρε μια έκφραση φρίκης, κουνώντας στην αρχή το κεφάλι και προσπαθώντας να κρύψει το κορμί και την αηδιαστικά λεπτή εσθήτα της, όμως το πρόσωπο της Μογκέντιεν σκλήρυνε και η Τζεάνε ένευσε βιαστικά και έφυγε, όχι πρόθυμα σαν την Μάριλιν, αλλά εξίσου γοργά. Η Μπερύλα Νάρον, λεπτή σε βαθμό λιμοκτονίας, κορυφαία στη χειραγώγηση και στις πλεκτάνες, και η Φάλιον Μπόντα, με μια ψύχραιμη έκφραση στο μακρουλό της πρόσωπό παρά τον έκδηλο φόβο της, συγκράτησαν τα συναισθήματά τους, όπως είχε κάνει και η Ριάνα. Η Ισπάν Σεφάρ, που ήταν από το Τάραμπον σαν τη Λίαντριν, μολονότι μελαχρινή, έφτασε στο σημείο να φιλήσει τον ποδόγυρο της Μογκέντιεν προτού σηκωθεί.
Έπειτα λύθηκαν και οι ροές γύρω από τη Λίαντριν. Σκέφτηκε πως ήταν η σειρά της να τη στείλει σ’ ένα θέλημα που μόνο η Σκιά γνώριζε ποιο θα ήταν, ώσπου είδε να διαλύονται και τα δεσμά των άλλων γυναικών που απέμεναν. Το δάχτυλο της Μογκέντιεν τις κάλεσε επιτακτικά και η Λίαντριν γονάτισε ανάμεσα στην Άσνι και την Τσέσμαλ Έμρυ, μια ψηλή, καλοκαμωμένη γυναίκα, μελαχρινή και με μαύρα μάτια. Η Τσέσμαλ, που κάποτε ήταν του Κίτρινου, μπορούσε με την ίδια άνεση να Θεραπεύσει ή να σκοτώσει, όμως η ένταση του βλέμματος που είχε στυλώσει στη Μογκέντιεν και το τρέμουλο των χεριών της που έσφιγγαν τα φουστάνια της έδειχναν ότι σκόπευε να υπακούσει.