Выбрать главу

Η Λίαντριν συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να λάβει υπόψη της αυτά τα σημάδια. Μπορούσε να πλησιάσει μια από τις υπόλοιπες και να της αποκαλύψει ότι κατά τη γνώμη της θα ανταμείβονταν, αν παρέδιδαν τη Μογκέντιεν στους υπόλοιπους Αποδιωγμένους, όμως ίσως αυτό να απέβαινε καταστροφικό, σε περίπτωση που η άλλη είχε αποφασίσει ότι θα ήταν υπέρ της να γίνει σκυλάκι της Μογκέντιεν. Παραλίγο να κλαψουρίσει στη σκέψη ενός «δεύτερου μαθήματος».

«Εσάς, σας κράτησα κοντά μου», είπε η Αποδιωγμένη, «για το πιο σημαντικό έργο. Ίσως αυτά που θα κάνουν οι άλλες να αποδώσουν γλυκούς καρπούς, μα για μένα η πιο σημαντική σοδειά θα είναι η δική σας. Μια προσωπική σοδειά. Υπάρχει μια γυναίκα που ονομάζεται Νυνάβε αλ’Μεάρα». Η Λίαντριν σήκωσε το κεφάλι και η Μογκέντιεν μισόκλεισε τα μαύρα μάτια της. «Την ξέρεις;»

«Την απεχθάνομαι», αποκρίθηκε με ειλικρίνεια η Λίαντριν. «Είναι μια βρωμερή αδέσποτη που δεν έπρεπε ποτέ να την έχουν δεχθεί στον Πύργο». Σιχαινόταν όλες τις αδέσποτες. Όταν ονειρευόταν να γίνει μέλος του Μαύρου Άτζα, είχε αρχίσει να μαθαίνει μόνη της πώς να διαβιβάζει, έναν ολόκληρο χρόνο προτού πάει στον Πύργο, όμως δεν ήταν σε καμία περίπτωση αδέσποτη.

«Πολύ καλά. Εσείς οι πέντε θα μου τη βρείτε. Τη θέλω ζωντανή. Ω, ναι, τη θέλω ζωντανή». Το χαμόγελο της Μογκέντιεν έκανε τη Λίαντριν να ανατριχιάσει· ίσως να ήταν αυτό που άξιζε στη Νυνάβε και τις άλλες δύο, αν τις παρέδιδε στη Μογκέντιεν. «Προχθές βρισκόταν σε ένα χωριό που λέγεται Σιέντα, περίπου εξήντα μίλια ανατολικά από δω, μαζί με άλλη μια νεαρή, για την οποία ίσως ενδιαφέρομαι, αλλά εξαφανίστηκαν. Θα.....

Η Λίαντριν άκουγε με προσοχή. Γι’ αυτό, θα μπορούσε να γίνει ένα πιστό κυνηγόσκυλο. Για τα άλλα, θα περίμενε υπομονετικά.

19

Αναμνήσεις

«Βασίλισσά μου;» Η Μοργκέις σήκωσε το βλέμμα από το βιβλίο που είχε στην αγκαλιά της. Το φως του ήλιου χυνόταν λοξά από το παράθυρο του καθιστικού πλάι στο υπνοδωμάτιο της. Είχε κιόλας πιάσει ζέστη, παρ’ όλο που ήταν ακόμα πρωί, και το πρόσωπό της ήταν υγρό από τον ιδρώτα. Ήταν κάτι ασυνήθιστο γι’ αυτήν· δεν θυμόταν γιατί είχε αποφασίσει να περάσει όλο το πρωινό τεμπελιάζοντας με ένα βιβλίο. Τον τελευταίο καιρό δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί για να διαβάσει. Σύμφωνα με το χρυσό ρολόι στην κορνίζα του μαρμάρινου τζακιού είχε περάσει μια ώρα από την τελευταία σελίδα που είχε γυρίσει και δεν θυμόταν τις λέξεις. Πρέπει να έφταιγε η ζέστη.

Ο νεαρός αξιωματικός των Φρουρών με το κόκκινο σακάκι, που γονάτιζε με τη γροθιά να πιέζει το χρυσοκόκκινο χαλί, έμοιαζε γνωστός μ’ έναν αόριστο τρόπο. Κάποτε η Μοργκέις ήξερε το όνομα κάθε Φρουρού που υπηρετούσε στο Παλάτι. Ίσως να έφταιγε το ότι υπήρχαν τόσα καινούρια πρόσωπα. «Τάλανβορ», είπε, ξαφνιασμένη και η ίδια. Ήταν ένας ψηλός, καλοκαμωμένος νεαρός, όμως δεν μπορούσε να πει γιατί θυμόταν ειδικά αυτόν. Μήπως της είχε φέρει κάποτε κάποιον; Πριν από πολύ καιρό; «Υπολοχαγέ των Φρουρών, Μαρτύν Τάλανβορ».

Εκείνος την κοίταξε, με παράξενο, σκληρό βλέμμα, προτού στρέψει πάλι τα μάτια στο χαλί. «Βασίλισσά μου, συγχώρεσε με, αλλά εκπλήσσομαι που είσαι ακόμα εδώ, με τέτοια νέα που ήρθαν σήμερα».

«Τι νέα;» Θα ήταν ωραίο να μάθαινε κάτι πέρα από τα κουτσομπολιά της Αλτίμα για τη Δακρυνή αυλή. Μερικές φορές, ένιωθε ότι υπήρχε κάτι που ήθελε να ρωτήσει εκείνη τη γυναίκα, όμως το μόνο που έκαναν ήταν να κουτσομπολεύουν, κι αυτό η Μοργκέις δεν θυμόταν να το έκανε άλλοτε. Του Γκάεμπριλ του άρεσε να τις ακούει, όπως έδειχνε, καθισμένος στην ψηλή καρέκλα μπροστά στο τζάκι με τα πόδια σταυρωμένα στους αστραγάλους, χαμογελώντας ικανοποιημένος. Η Αλτίμα είχε αρχίσει να φορά αρκετά τολμηρά φορέματα· η Μοργκέις θα έπρεπε κάποια στιγμή να της πει κάτι. Θυμήθηκε θολά ότι είχε ξανακάνει την ίδια σκέψη. Ανοησίες. Αν την είχα ξανακάνει, θα της είχα ήδη μιλήσει. Κούνησε το κεφάλι, συνειδητοποιώντας ότι είχε ξεχάσει τελείως τον νεαρό αξιωματικό, ότι εκείνος είχε αρχίσει να μιλά και είχε σταματήσει, βλέποντας ότι δεν τον άκουγε. «Ξαναπές το μου. Ήμουν αφηρημένη. Σήκω όρθιος».

Αυτός σηκώθηκε, με θυμό στο πρόσωπό του, κοιτώντας την με μάτια που πετούσαν φλόγες προτού τα χαμηλώσει πάλι. Αυτή κοίταξε εκεί όπου είχε πέσει το βλέμμα του, και κοκκίνισε· το ντεκολτέ της ήταν κομμένο εξαιρετικά χαμηλά. Όμως του Γκάεμπριλ του άρεσε να φορά η Μοργκέις τέτοια φορέματα. Όταν το σκέφτηκε αυτό, έπαψε να νοιάζεται που ήταν σχεδόν γυμνή μπροστά σε έναν αξιωματικό της.