«Να είσαι σύντομος», του είπε απότομα. Πώς τολμά να με κοιτάζει έτσι; Θα ’πρεπε να βάλω να τον μαστιγώσουν. «Ποια νέα είναι τόσο σημαντικά, ώστε νομίζεις πως μπορείς να μπαίνεις στο καθιστικό μου σαν να ήταν καπηλειό;» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε, αλλά αυτή δεν μπόρεσε να καταλάβει αν ήταν από ντροπή όπως άρμοζε, ή από θυμό που δυνάμωνε. Πώς τολμά να είναι θυμωμένος με τη βασίλισσά του; Νομίζει ότι δεν έχω άλλο να κάνω από το να κάθομαι και να τον ακούω;
«Εξέγερση, Βασίλισσά μου», είπε με ανέκφραστη φωνή, και όλες οι σκέψεις περί θυμού και βλεμμάτων χάθηκαν.
«Πού;»
«Στους Δύο Ποταμούς, Βασίλισσά μου. Κάποιος ύψωσε το παλιό λάβαρο της Μανέθερεν, τον Κόκκινο Αετό. Σήμερα το πρωί έφτασε μαντατοφόρος από την Ασπρογέφυρα».
Η Μοργκέις ταμπούρλισε τα δάχτυλά της στο βιβλίο και οι σκέψεις της φαίνονταν πιο καθαρές απ’ όσο ήταν εδώ και πολύ καιρό. Κάτι τραβούσε την προσοχή της στους Δύο Ποταμούς, μια σπίθα που δεν μπορούσε να την κάνει φωτιά. Η περιοχή σχεδόν δεν ήταν περιοχή του Άντορ, εδώ και γενιές. Η Μοργκέις και οι τρεις βασίλισσες πριν απ’ αυτήν είχαν δυσκολευτεί να διατηρήσουν έστω και τον ελάχιστο έλεγχο στους μεταλλωρύχους και τους χύτες στα Όρη της Ομίχλης, και θα είχαν χάσει ακόμα κι αυτό το λίγο, αν είχε βρεθεί άλλος τρόπος για την εξόρυξη των μετάλλων κι όχι αναγκαστικά μόνο από τα εδάφη του Άντορ. Είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στο χρυσάφι και το ασήμι και τα άλλα μέταλλα των ορυχείων από τη μια, και στο μαλλί και το ταμπάκ των Δυο Ποταμών από την άλλη, και η επιλογή δεν ήταν δύσκολη. Όμως μια ανεξέλεγκτη εξέγερση, έστω μια εξέγερση σε ένα σημείο του βασιλείου, στο οποίο κυβερνούσε μόνο αν πίοτευες το χάρτη, θα μπορούσε να εξαπλωθεί σαν πυρκαγιά σε μέρη που όντως της ανήκαν. Και η Μανέθερεν, που είχε καταστραφεί στους Πολέμους των Τρόλοκ, η Μανέθερεν των θρύλων και των παραμυθιών, ακόμα δελέαζε το νου μερικών ανθρώπων. Εκτός αυτού, οι Δύο Ποταμοί ήταν δικοί της. Παρ’ όλο που τους είχε αφήσει τόσο καιρό να ακολουθούν δική τους πορεία, δεν έπαυαν να είναι μέρος του βασιλείου της.
«Το έχει πληροφορηθεί ο Άρχοντας Γκάεμπριλ;» Φυσικά και όχι. Θα της είχε μεταφέρει το νέο και προτάσεις για το πώς να το αντιμετωπίσει. Οι προτάσεις του ήταν πάντα ολοφάνερα σωστές. Προτάσεις; Με κάποιον τρόπο, η Μοργκέις θυμόταν ότι της υπαγόρευε τι να κάνει. Αυτό βεβαίως ήταν αδύνατον.
«Μάλιστα, Βασίλισσά μου». Η φωνή του Τάλανβορ ήταν ακόμα απαθής, αντίθετα από το πρόσωπό του, όπου σιγόβραζε ακόμα ο θυμός. «Γέλασε. Είπε ότι οι Δύο Ποταμοί συνεχώς γεννούν μπελάδες και ότι κάποια μέρα θα έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Είπε ότι αυτή η ασήμαντη ενόχληση θα έπρεπε να περιμένει άλλα σημαντικότερα θέματα».
Το βιβλίο έπεσε, καθώς η Μοργκέις σηκωνόταν γοργά όρθια, και της φάνηκε ότι ο Τάλανβορ χαμογέλασε, βλοσυρά, με ικανοποίηση, καθώς περνούσε δίπλα του με φούρια. Μια υπηρέτρια της είπε πού μπορούσε να βρει τον Γκάεμπριλ, κι αυτή προχώρησε στην αυλή με την κιονοστοιχία και το μαρμάρινο σιντριβάνι, που η λιμνούλα του ήταν γεμάτη νούφαρα και ψάρια. Εδώ είχε περισσότερη δροσιά και κάποια σκιά.
Ο Γκάεμπριλ καθόταν στο πλατύ λευκό πεζούλι του σιντριβανιού με άρχοντες κι αρχόντισσες συγκεντρωμένους γύρω του. Η Μοργκέις δεν αναγνώριζε ούτε τους μισούς. Ήταν εκεί ο Τζάριντ του Οίκου Σάραντ, μελαψός με τετράγωνο πρόσωπο, μαζί με τη στρίγκλα σύζυγό του με τα μελόξανθα μαλλιά, την Ελένια. Η Αρυμίλα του Οίκου Μάρνε, όλο ψεύτικα χαμόγελα και μάτια πάντα ορθάνοιχτα με ψεύτικο ενδιαφέρον, κι εκείνος ο κοκαλιάρης με το κατσικόμορφο πρόσωπο, ο Μάσιν του Οίκου Κάερεν, που κόρταρε όποια γυναίκα μπορούσε να στριμώξει, παρά τα αραιά άσπρα μαλλιά του. Η Νάεαν του Οίκου Άρων, ως συνήθως, με μια έκφραση χλευασμού να χαλάει τη χλωμή ομορφιά της, και ο Λιρ του Οίκου Μπάρυν, λεπτός και νευρώδης, που φορούσε, αν ήταν δυνατόν, σπαθί, και η Κάριντ του Οίκου Άνσαρ, με το ίδιο ανέκφραστο βλέμμα, που, όπως έλεγαν, είχε θάψει τρεις συζύγους. Τους υπόλοιπους δεν τους γνώριζε καθόλου, κάτι που ήταν από μόνο του παράξενο, αλλά σε αυτούς εδώ δεν επέτρεπε να μπουν στο Παλάτι παρά μόνο για κρατικές υποθέσεις. Στη Διαδοχή, όλοι αυτοί είχαν στραφεί εναντίον της. Η Ελένια και η Νάεαν ήθελαν καθεμιά το Θρόνο του Λιονταριού για τον εαυτό της. Τι ήθελε ο Γκάεμπριλ και τις είχε φέρει εκεί;
«...στο μέγεθος των κτημάτων μας στην Καιρχίν, Άρχοντα μου», έλεγε η Αρυμίλα, γέρνοντας κοντά στον Γκάεμπριλ, καθώς πλησίαζε η Μοργκέις. Δεν της έριξε κανείς δεύτερη ματιά. Λες και ήταν υπηρέτρια που έφερνε κρασί!
«Θέλω να μιλήσω μαζί σου σχετικά με τους Δύο Ποταμούς, Γκάεμπριλ. Κατ’ ιδίαν».