«Το έχω τακτοποιήσει, καλή μου», είπε εκείνος ανέμελα, βρέχοντας τα ακροδάχτυλά του στο νερό. «Τώρα με αφορούν άλλα ζητήματα. Νόμιζα ότι θα διάβαζες με τόση ζέστη. Θα ’πρεπε να επιστρέψεις στο δωμάτιό σου μέχρι να πέσει δροσιά το βραδάκι, όσο δροσίσει».
«Καλή μου». Την είχε αποκαλέσει «καλή μου» μπροστά σ’ αυτούς τους παρείσακτους! Όσο κι αν ριγούσε μόλις το άκουγε από τα χείλη του όταν ήταν μόνοι τους... Η Ελένια έκρυβε το στόμα της με το χέρι. «Δεν νομίζω, Άρχοντα Γκάεμπριλ», είπε η Μοργκέις ψυχρά. «Θα έρθεις μαζί μου τώρα. Κι αυτοί εδώ να έχουν φύγει από το Παλάτι προτού επιτρέψω, αλλιώς θα τους εξορίσω για τα καλά από το Κάεμλυν».
Ξαφνικά ο Γκάεμπριλ σηκώθηκε, ένας μεγαλόσωμος άνδρας που πυργωνόταν μπροστά της. Η Μοργκέις έμοιαζε να μην μπορεί να κάνει τίποτα παρά μόνο να κοιτάζει τα μαύρα μάτια του· η επιδερμίδα της ανατρίχιασε, σαν να είχε φυσήξει παγωμένος αέρας στην αυλή. «Θα πας να με περιμένεις, Μοργκέις». Η φωνή του ήταν ένας απόμακρος βρυχηθμός που γέμιζε τα αυτιά της. «Ό,τι χρειαζόταν το έχω τακτοποιήσει. Θα έρθω να σε βρω το απόγευμα. Τώρα θα πας στο δωμάτιό σου. Θα πας στο δωμάτιό σου».
Μόνο όταν σήκωσε το χέρι της για να ανοίξει την πόρτα του καθιστικού της συνειδητοποίησε που βρισκόταν. Και τι είχε συμβεί. Της είχε πει να φύγει, κι αυτή είχε φύγει. Κοιτώντας την πόρτα με φρίκη, είδε με το νου της τα περιφρονητικά χαμόγελα στα πρόσωπα των ανδρών, το απροκάλυπτο γέλιο μερικών γυναικών. Τι μου συμβαίνει; Πώς μπορεί να με μάγεψε έτσι ένας άνδρας; Ακόμα είχε την παρόρμηση να μπει και να τον περιμένει.
Ζαλισμένη, ανάγκασε τον εαυτό της να γυρίσει και να απομακρυνθεί. Χρειάστηκε κόπος γι’ αυτό. Μέσα της, την αναστάτωνε το ότι ο Γκάεμπριλ θα απογοητευόταν όταν δεν θα την έβρισκε εκεί που περίμενε, και την αναστάτωνε περισσότερο το ότι καταλάβαινε πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η σκέψη.
Στην αρχή δεν είχε ιδέα πού πήγαινε και γιατί, μόνο ότι δεν θα περίμενε πειθήνια, ούτε για τον Γκάεμπριλ, ούτε για κανέναν άλλο, άνδρα ή γυναίκα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ξανάβλεπε μπροστά της τη σκηνή στο αίθριο με το σιντριβάνι, με τον Γκάεμπριλ να της λέει να φύγει και τα μισητά, γελαστά πρόσωπα να την κοιτάζουν. Ακόμα ένιωθε το μυαλό της θολωμένο. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς, γιατί, το είχε επιτρέψει να συμβεί. Έπρεπε να σκεφτεί κάτι το οποίο μπορούσε να καταλάβει, κάτι που να μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Τον Τζάριντ Σάραντ και τους άλλους.
Όταν είχε ανεβεί στο θρόνο, τους είχε δώσει χάρη για ό,τι είχαν κάνει κατά τη διαδικασία της Διαδοχής, όπως είχε δώσει χάρη σε όσους της είχαν αντιταχθεί. Της είχε φανεί προτιμότερο να θάψει τις έχθρες προτού κακοφορμίσουν και γίνουν πλεκτάνες και μηχανορραφίες σαν εκείνες που μάστιζαν τόσες χώρες. Το Παιχνίδι των Οίκων, έτσι λεγόταν —Ντάες Νταε’μαρ― ή αλλιώς Μεγάλο Παιχνίδι, και κατέληγε σε ατέλειωτες, περιπλεγμένες έριδες μεταξύ Οίκων, σε ανατροπές κυβερνητών· το Παιχνίδι γινόταν στην καρδιά του εμφυλίου πολέμου της Καιρχίν και σίγουρα είχε διαδραματίσει ρόλο στην αναταραχή που είχε καταπιεί το Άραντ Ντόμαν και το Τάραμπον. Η Μοργκέις είχε αναγκαστικά απονείμει χάρη σε όλους για να μην γεννηθεί το Ντάες Νταε’μαρ στο Άντορ, αλλά, αν μπορούσε να είχε αφήσει κάποια από τα έγγραφα χωρίς να τα υπογράψει, σίγουρα θα ήταν εκείνα που έφεραν τα ονόματα αυτών των επτά.
Ο Γκάεμπριλ το γνώριζε αυτό. Δημοσίως δεν είχε δείξει δυσμένεια απέναντι σε κάποιον, αλλά κατ’ ιδίαν ήταν παραπάνω από πρόθυμη να μιλήσει για τη δυσπιστία που ένιωθε απέναντί τους. Όταν είχαν ορκιστεί υποταγή ήταν σαν να τους έβγαζαν τα λόγια με το τσιγκέλι, και η Μοργκέις άκουγε καθαρά το ψέμα να πλαταγίζει στη γλώσσα τους. Ο καθένας απ’ αυτούς θα έσπευδε να εκμεταλλευθεί την παραμικρή ευκαιρία να την ανατρέψει, και οι επτά μαζί...
Μόνο ένα συμπέρασμα έβγαινε αβίαστα. Ο Γκάεμπριλ πρέπει να συνωμοτούσε εναντίον της. Σίγουρα δεν το έκανε για να ανεβάσει στο θρόνο την Ελένια ή τη Νάεαν. Αφού έχει ήδη εμένα, σκέφτηκε πικρά, να συμπεριφέρομαι σαν το σκυλάκι του. Σίγουρα σκόπευε να πάρει ο ίδιος τη θέση της. Να γίνει ο πρώτος βασιλιάς που είχε ποτέ το Άντορ. Και ένιωθε ακόμα την επιθυμία να επιστρέψει στο βιβλίο της και να τον περιμένει. Ακόμα λαχταρούσε το άγγιγμά του.
Μόνο όταν είδε τα γερασμένα πρόσωπα στο διάδρομο γύρω της, τα ζαρωμένα μάγουλα, τα διπλωμένα κορμιά, κατάλαβε πού βρισκόταν. Στα Καταλύματα των Συνταξιούχων. Μερικοί υπηρέτες επέστρεφαν στις οικογένειές τους όταν γερνούσαν, άλλοι όμως ήταν τόσο καιρό στο Παλάτι που δεν μπορούσα να φανταστούν άλλη ζωή. Εδώ είχαν τα μικρά τους διαμερίσματα, το σκιερό κήπο και την ευρύχωρη αυλή τους. Όπως έκαναν και όλες οι βασίλισσες πριν απ’ αυτήν, η Μοργκέις στήριζε το εισόδημα των συντάξεων τους επιτρέποντάς τους να αγοράζουν τρόφιμα από την κουζίνα σε τιμή κάτω του κόστους, και το ιατρείο τους φρόντιζε όταν αρρώσταιναν. Δύσκαμπτες υποκλίσεις και ασταθείς γονυκλισίες τη συνόδευσαν, μαζί με μουρμουρητά όπως «Το Φως να λάμπει πάνω σου, Βασίλισσά μου» και «Το Φως να σε ευλογεί, Βασίλισσά μου» και «Το Φως να σε προστατεύει, Βασίλισσά μου». Τους χαιρέτησε αφηρημένα. Τώρα ήξερε πού πήγαινε.