Η πόρτα της Λίνι ήταν σαν όλες τις άλλες κατά μήκος του διαδρόμου με τα πράσινα πλακάκια, δίχως κανένα στολίδι εκτός από το ορθό Λιοντάρι του Άντορ σκαλισμένο στο ξύλο. Δεν της πέρασε καθόλου από το μυαλό να χτυπήσει· ήταν η Βασίλισσα κι αυτό ήταν το Παλάτι της. Η γριά τροφός δεν ήταν εκεί, αν και η τσαγιέρα που άχνιζε πάνω σε μια μικρή φωτιά στο πλίνθινο τζάκι έλεγε ότι δεν θα αργούσε.
Τα δύο στενά δωματιάκια ήταν προσεκτικά επιπλωμένα, το κρεβάτι στρωμένο στην εντέλεια, οι δύο καρέκλες τοποθετημένες να απέχουν εξίσου από το τραπέζι, στο ακριβές κέντρο του οποίου βρισκόταν ένα γαλάζιο βάζο με λίγη πρασινάδα. Η Λίνι ανέκαθεν λάτρευε την τάξη. Η Μοργκέις θα έβαζε στοίχημα ότι μέσα στη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας όλα τα φορέματα ήταν βαλμένα τακτικά το ένα δίπλα στο άλλο, το ίδιο και τα κατσαρολικά στο ντουλάπι πλάι στο τζάκι στο άλλο δωμάτιο.
Έξι ζωγραφισμένες φιλντισένιες μινιατούρες σε μικρές ξύλινες βάσεις ήταν βαλμένες σε σειρά στην κορνίζα του τζακιού. Η Μοργκέις ποτέ της δεν είχε καταφέρει να φανταστεί πού είχε βρει η Λίνι τα λεφτά να τις αγοράσει με το μισθό της παραμάνας. Ανά ζευγάρια, έδειχναν τρεις νεαρές γυναίκες και πάλι τις ίδιες τρεις ως μωρά. Ήταν εκεί η Ηλαίην και η ίδια. Κατέβασε το πορτραίτο της στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, που έδειχνε ένα λιγνό κοριτσόπουλο, μην μπορώντας να πιστέψει ότι έδειχνε ποτέ τόσο αθώα. Εκείνο το ιβουάρ μεταξωτό φόρεμα το φορούσε τη μέρα που είχε φύγει για τον Λευκό Πύργο, χωρίς να έχει δει ούτε στα όνειρά της πως θα γινόταν Βασίλισσα, απλώς τρέφοντας τη ματαιόδοξη ελπίδα ότι θα γινόταν Άες Σεντάι.
Άγγιξε αφηρημένα με τον αντίχειρα το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού στο αριστερό της χέρι. Δεν το είχε κερδίσει, με την κανονική έννοια του όρου· το δαχτυλίδι δεν δινόταν στις γυναίκες που δεν μπορούσαν να διαβιβάσουν. Αλλά, λίγο πριν από τη δέκατη έκτη επέτειο του ονοματίσματός της, είχε επιστρέψει για να διεκδικήσει το Ρόδινο Στέμμα εν ονόματι του Οίκου Τράκαντ, και, όταν είχε κερδίσει το θρόνο, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, της είχαν προσφέρει το δαχτυλίδι. Κατά παράδοση, η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ πάντα εκπαιδευόταν στον Πύργο, και σε αναγνώριση της μακράς υποστήριξης του Άντορ προς τον Πύργο, της είχε δοθεί το δαχτυλίδι, ασχέτως του αν μπορούσε να διαβιβάζει ή όχι. Στον Πύργο ήταν απλώς η διάδοχος του Οίκου Τράκαντ, αλλά της το έδωσαν ούτως ή άλλως όταν έβαλε το Ρόδινο Στέμμα στο κεφάλι.
Ξανάβαλε στη θέση του το πορτραίτο της και κατέβασε αυτό της μητέρας της, που είχε γίνει όταν ήταν ίσως δύο χρόνια μεγαλύτερη. Η Λίνι είχε υπάρξει τροφός τριών γενιών γνναικών του Τράκαντ. Η Μαίγκντιν Τράκαντ ήταν πανέμορφη. Η Μοργκέις θυμόταν εκείνο το χαμόγελο, που είχε γίνει μητρικό, λαμπερό. Κανονικά η Μαίγκντιν έπρεπε να είχε ανέβει στο Θρόνο του Λιονταριού. Αλλά την είχε πάρει ο πυρετός, και μια νεαρή κοπελίτσα είχε βρεθεί να είναι Υψηλή Έδρα του Οίκου Τράκαντ, μπλεγμένη σε έναν αγώνα για το θρόνο, χωρίς στην αρχή να έχει άλλους υποστηρικτές εκτός από τους υπηρέτες της και τον ραψωδό του Οίκου. Κέρδισα το Θρόνο του Λιονταριού. Δεν θα τον παρατήσω, και δεν θα δω να τον παίρνει ένας άνδρας. Χίλια χρόνια τώρα κυβερνά βασίλισσα το Άντορ, και δεν θα επιτρέψω να τελειώσει αυτό εδώ!
«Πάλι σκαλίζεις τα πράγματά μου, ε, παιδί μου;»
Η φωνή ξαναζωντάνεψε αντανακλαστικά ξεχασμένα από καιρό. Η Μοργκέις έκρυψε τη μινιατούρα πίσω από την πλάτη της προτού καλά-καλά το καταλάβει. Κουνώντας πικρόχολα το κεφάλι, ξανάβαλε το πορτραίτο στη βάση του. «Δεν είμαι πια κοριτσάκι στο παιδικό δωμάτιο, Λίνι. Μην το ξεχνάς, γιατί μια μέρα μπορεί να πεις κάτι μπροστά σε άλλους και να αναγκάσεις να δώσω συνέχεια».
«Ο σβέρκος μου είναι λιγνός και γέρικος», είπε η Λίνι, ακουμπώντας στο τραπέζι ένα διχτάκι με καρότα και γογγύλια. Φαινόταν εύθραυστη μέσα στο περιποιημένο γκρίζο φόρεμα της, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω σε κότσο, ώστε να αποκαλύπτουν το στενό πρόσωπο με την επιδερμίδα που θύμιζε περγαμηνή, αλλά η ράχη της ήταν ίσια, η φωνή καθαρή και σταθερή, και τα μαύρα μάτια δεν είχαν χάσει το κοφτερό βλέμμα τους. «Αν θέλεις να τον παραδώσεις στον δήμιο για κρέμασμα ή για αποκεφαλισμό, εμένα δεν μου πολυχρειάζεται πια. “Το ροζιασμένο γέρικο κλαδί στομώνει τη λεπίδα που κόβει το νεαρό βλαστάρι”».