Η Μοργκέις αναστέναξε. Η Λίνι δεν θα άλλαζε ποτέ της. Δεν θα έκλινε το γόνυ, ακόμα κι αν την παρακολουθούσε ολόκληρη η αυλή του παλατιού. «Γερνώντας σκληραίνεις. Δεν ξέρω αν ο δήμιος μπορέσει να βρει τσεκούρι αρκετά κοφτερό για το σβέρκο σου».
«Καιρό έχεις να με δεις, άρα πρέπει να συμπεράνω ότι έχεις στο νου σου κάτι που πρέπει να ξεκαθαρίσεις. Όσο ήσουν παιδί —και αργότερα― πάντα ερχόσουν να με βρεις, όταν δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη μόνη σου. Να κάνω τσάι;»
«Καιρό έχω να σε δω, Λίνι; Σε επισκέπτομαι κάθε βδομάδα, και είναι θαύμα που έρχομαι, έτσι που μου μιλάς. Θα εξόριζα και την πιο σπουδαία αρχόντισσα του Άντορ, αν έλεγε τα μισά απ’ όσα λες εσύ».
Η Λίνι την κοίταξε ατάραχη. «Από την άνοιξη έχεις να διαβείς το κατώφλι μου. Όσο για το άλλο, μιλάω όπως μιλούσα πάντα· είμαι μεγάλη πια και δεν αλλάζω. Θέλεις τσάι;»
«Όχι». Η Μοργκέις ακούμπησε το μέτωπό της μπερδεμένη. Κάθε βδομάδα επισκεπτόταν τη Λίνι. Μπορούσε να θυμηθεί... Δεν μπορούσε. Ο Γκάεμπριλ είχε γεμίσει τόσο απόλυτα τις ώρες της, ώστε μερικές φορές δυσκολευόταν να θυμηθεί κάτι άλλο πέρα απ’ αυτόν. «Όχι, δεν θέλω τσάι. Δεν ξέρω γιατί ήρθα. Δεν μπορείς να με βοηθήσεις με το πρόβλημα που έχω».
Η παλιά παραμάνα της ξεφύσηξε, μολονότι το έκανε με λεπτότητα. «Το πρόβλημά σου έχει να κάνει με τον Γκάεμπριλ, ε; Μόνο που ντρέπεσαι να μου πεις. Κορίτσι μου, σε άλλαξα στην κούνια, σε φρόντισα όταν ήσουν άρρωστη, κι έβγαζες ό,τι είχε το στομάχι σου, και σου είπα ό,τι έπρεπε να ξέρεις για τους άνδρες. Ποτέ δεν ντρεπόσουν να συζητήσεις κάτι μαζί μου, και δεν θ’ αρχίσεις τώρα».
«Ο Γκάεμπριλ;» Τα μάτια της Μοργκέις πλάτυναν. «Το ξέρεις; Μα πώς;»
«Αχ, παιδί μου,» είπε λυπημένα η Λίνι, «όλοι το ξέρουν, αν και κανένας δεν είχε το κουράγιο να σου το πει. Μπορεί να σου το έλεγα εγώ, αν δεν είχες εξαφανιστεί, αλλά δεν είναι κάτι που μπορώ να έρθω να σου το πω τρέχοντας, σωστά; Είναι ένα από τα πράγματα που δεν μπορεί να πιστέψει μια γυναίκα, μέχρι να το ανακαλύψει μόνη της».
«Τι λες τώρα;» ρώτησε έντονα η Μοργκέις. «Ήταν καθήκον σου να έρθεις σε μένα, αν ήξερες, Λίνι. Ήταν καθήκον όλων! Φως μου, είμαι η τελευταία που το μαθαίνει, και ίσως τώρα είναι πολύ αργά για να το σταματήσω!»
«Πολύ αργά;» έκανε δύσπιστα η Λίνι. «Γιατί να είναι πολύ αργά; Διώχνεις τον Γκάεμπριλ από το Παλάτι, από το Άντορ, μαζί του και την Αλτίμα με τις άλλες, και τελείωσες. Πολύ αργά, λέει».
Για μια στιγμή, η Μοργκέις έμεινε άφωνη. «Η Αλτίμα» είπε τελικά, «και... οι άλλες;»
Η Λίνι έμεινε να την κοιτάζει, και μετά κούνησε το κεφάλι αηδιασμένη. «Είμαι μια χαζή γριά· οι ρίζες του μυαλού μου ξεράθηκαν. Ε, τώρα το έμαθες. “Όταν βγει το μέλι από την κερήθρα, δεν ξαναμπαίνει”». Η φωνή της έγινε πιο τρυφερή και ταυτοχρόνως πιο ζωηρή, η φωνή με την οποία είχε πει στη Μοργκέις ότι το πόνυ της είχε σπάσει το πόδι του και έπρεπε να το θανατώσουν. «Ο Γκάεμπριλ περνά τις πιο πολλές νύχτες του με σένα, όμως η Αλτίμα έχει άλλο τόσο από το χρόνο του. Μοιράζει τον εαυτό του και στις άλλες έξι. Οι πέντε έχουν δωμάτια στο Παλάτι. Η μια, μια μικρούλα με μεγάλα μάτια, έρχεται και φεύγει κρυφά, φορώντας μανδύα για κάποιο λόγο, ακόμα και με τέτοια ζέστη. Μπορεί να ’ναι παντρεμένη. Λυπάμαι, κοπέλα μου, όμως η αλήθεια είναι η αλήθεια. “Καλύτερα να τα βάλεις με την αρκούδα παρά να τρέξεις μακριά της”».
Τα γόνατα της Μοργκέις λύγισαν και, αν η Λίνι δεν είχε τραβήξει βιαστικά μια καρέκλα από το τραπέζι για να τη σπρώξει από κάτω της, θα είχε καθίσει στο πάτωμα. Η Αλτίμα. Η εικόνα του Γκάεμπριλ, καθώς κοίταζε τις δυο τους να κουτσομπολεύουν, τώρα έπαιρνε καινούριο νόημα. Ένας άνδρας που έβλεπε τρυφερά δυο γατάκια του να παίζουν. Κι έξι άλλες! Μέσα της φούσκωσε η οργή, μια οργή που έλειπε όταν νόμιζε ότι ο Γκάεμπριλ απλώς εποφθαλμιούσε το θρόνο της. Εκείνο το είχε συλλογιστεί ψυχρά, καθαρά, τουλάχιστον όσο καθαρά μπορούσε να σκεφτεί κάτι τον τελευταίο καιρό. Ήταν ένας κίνδυνος, τον οποίο έπρεπε να κοιτάξει με ψυχρή λογική. Μα αυτό τώρα! Ο άνθρωπος είχε σπιτώσει τα παλιοθήλυκά του στο παλάτι της. Την είχε κάνει να είναι άλλο ένα γύναιό του. Η Μοργκέις ήθελε να του κόψει το κεφάλι. Ήθελε να τον γδάρει ζωντανό. Που να τη βοηθούσε το Φως, ήθελε το άγγιγμά του. Σίγουρα τρελαίνομαι!
«Αυτό θα λυθεί μαζί με όλα τα άλλα», είπε παγωμένα. Πολλά εξαρτώνταν από το ποιοι ήταν στο Κάεμλυν και ποιοι στα κτήματά τους στην επαρχία. «Πού είναι ο Άρχοντας Πέλιβαρ; Ο Άρχοντας Αμπέλε; Η Αρχόντισσα Αραθέλε;» Ήταν αρχηγοί ισχυρών Οίκων με πολλούς υπηρέτες.
«Εξορισμένοι», είπε αργά η Λίνι, κοιτώντας την παράξενα. «Τους εξόρισες από την πόλη την περασμένη άνοιξη».
Η Μοργκέις της αντιγύρισε το βλέμμα. Δεν θυμόταν τίποτα απ’ αυτά. Μόνο που τώρα, αχνά και απόμακρα, τα θυμόταν. «Η Αρχόντισσα Ελόριεν;» είπε αργά. «Η Αρχόντισσα Ήμλυν και ο Άρχοντας Λούαν;» Κι άλλοι ισχυροί Οίκοι. Κι άλλοι Οίκοι, που την υποστήριζαν προτού κερδίσει το θρόνο.