«Εξορισμένοι», αποκρίθηκε εξίσου αργά η Λίνι. «Είχες βάλει να μαστιγώσουν την Ελόριεν επειδή ζήτησε να μάθει το λόγο που την εξόριζες». Έσκυψε για να μαζέψει τα μαλλιά της Μοργκέις από το πρόσωπό της, και τα ροζιασμένα δάχτυλα στάθηκαν στο μάγουλό της όπως παλιά όταν κοίταζε μήπως είχε πυρετό. «Είσαι καλά, κοπέλα μου;»
Η Μοργκέις ένευσε ζαλισμένη, αλλά επειδή θυμόταν, σαν μέσα στο σκοτάδι. Η Ελόριεν ούρλιαζε οργισμένη, καθώς της έσχιζαν την πλάτη της εσθήτας. Ο Οίκος Τρεμέιν ήταν ο πρώτος-τφώτος που είχε υποστηρίξει τον Τράκαντ, με απόφαση μιας παχουλής ομορφούλας ελάχιστα χρόνια μεγαλύτερης από τη Μοργκέις. Της Ελόριεν, που τώρα ήταν μια από τις πιο στενές φίλες της. Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Η Ηλαίην είχε πάρει το όνομά της από τη γιαγιά της Ελόριεν. Θυμόταν αόριστα κι άλλους να εγκαταλείπουν την πόλη· τώρα της φαινόταν προφανές ότι ήθελαν να είναι μακριά της. Κι εκείνοι που παρέμεναν; Ή ήταν Οίκοι τόσο αδύναμοι, που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν, ή συκοφάντες. Θυμόταν πολυάριθμα έγγραφα που έβαζε μπροστά της ο Γκάεμπριλ, με τα οποία δημιουργούνταν καινούριοι τίτλοι. Οι παρατρεχάμενοι του Γκάεμπριλ και οι εχθροί της· μόνο αυτοί ήταν σίγουρο πως κατείχαν εξουσία στο Κάεμλυν.
«Δεν με νοιάζει τι λες», είπε σταθερά η Λίνι. «Δεν έχεις πυρετό, αλλά κάτι δεν πάει καλά. Ξέρω τι θέλεις, μια Θεραπεύτρια Άες Σεντάι».
«Όχι Άες Σεντάι». Η φωνή της Μοργκέις ήταν ακόμα πιο σκληρή. Άγγιξε πάλι το δαχτυλίδι, για μια στιγμή. Ήξερε ότι η εχθρότητά της εναντίον του Πύργου το τελευταίο διάστημα είχε ξεπεράσει αυτό που μερικοί θα έκριναν λογικό, όμως δεν μπορούσε πια να εμπιστευτεί αυτόν τον Λευκό Πύργο, που, όπως φαινόταν, προσπαθούσε να κρατήσει την κόρη της κρυμμένη μακριά της. Η επιστολή της στην καινούρια Άμερλιν, με την οποία απαιτούσε την επιστροφή της Ηλαίην —κανένας δεν απαιτούσε ποτέ τίποτα από την Άμερλιν, όμως αυτή το είχε κάνει― ήταν ακόμα αναπάντητη. Μόλις είχε φτάσει στην Ταρ Βάλον. Ήξερε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν θα δεχόταν Άες Σεντάι δίπλα της. Αλλά όμως, πλάι ακριβώς σ’ αυτό, δεν μπορούσε να σκεφτεί την Ηλαίην χωρίς να φουσκώσει από καμάρι. Είχε γίνει Αποδεχθείσα ύστερα από τόσο μικρό διάστημα. Η Ηλαίην μπορεί να γινόταν η πρώτη γυναίκα που θα καθόταν στον θρόνο του Άντορ ως πλήρης Άες Σεντάι κι όχι μόνο ως κάποια που απλώς είχε εκπαιδευθεί στον Πύργο. Δεν ήταν λογικό να νιώθει ταυτοχρόνως αυτά τα δύο, όμως ελάχιστα πράγματα φαίνονταν λογικά τώρα. Και η κόρη της δεν θα ανέβαινε στο Θρόνο του Λιονταριού, αν δεν της τον εξασφάλιζε η Μοργκέις.
«Είπα όχι Άες Σεντάι, Λίνι, γι’ αυτό πάψε να με κοιτάζεις έτσι. Αυτή τη φορά δεν θα μου δώσεις κανένα πικρό φάρμακο. Εκτός αυτού, αμφιβάλλω αν βρίσκεται Άες Σεντάι κάπου στο Κάεμλυν, οποιουδήποτε χρώματος». Οι παλιοί υποστηρικτές της είχαν χαθεί, είχαν εξοριστεί με την ίδια της την υπογραφή, και ίσως να είχαν γίνει πια οριστικά εχθροί της ύστερα απ’ αυτό που είχε κάνει στην Ελόριεν. Καινούριοι άρχοντες κι αρχόντισσες είχαν πάρει τη θέση τους στο Παλάτι. Καινούρια πρόσωπα στους Φρουρούς. Ποιοι έμεναν ακόμα εκεί αφοσιωμένοι στην ίδια; «Ξέρεις έναν υπολοχαγό της Φρουράς ονόματι Τάλανβορ, Λίνι;» Όταν η άλλη ένευσε γοργά, η Μοργκέις συνέχισε. «Βρες μου τον και φέρ’ τον. Αλλά μην του πεις ότι τον φέρνεις σε μένα. Τώρα που το σκέφτομαι, πες σε όλους στα Καταλύματα των Συνταξιούχων ότι, αν ρωτήσει κανείς, δεν είμαι εδώ».
«Δεν είναι μόνο ο Γκάεμπριλ και οι γυναίκες του, υπάρχουν κι άλλα, έτσι δεν είναι;»
«Πήγαινε, Λίνι. Και βιάσου. Δεν έχουμε πολύ χρόνο». Όπως έδειχναν οι σκιές που έβλεπε στα πυκνά δένδρα του κήπου από το παράθυρο, ο ήλιος είχε περάσει το ζενίθ του. Σε λίγο θα ερχόταν το βράδυ. Το βράδυ, που ο Γκάεμπριλ θα πήγαινε να τη βρει.
Όταν έφυγε η Λίνι, η Μοργκέις έμεινε να κάθεται αλύγιστη στην καρέκλα. Δεν τολμούσε να σηκωθεί· τα γόνατά της δεν ήταν πια τόσο αδύναμα, φοβόταν όμως ότι, αν άρχιζε να περπατά, δεν θα σταματούσε, παρά μόνο όταν θα ξαναβρισκόταν στο καθιστικό της να περιμένει τον Γκάεμπριλ. Τόσο δυνατή ήταν η παρόρμηση, ειδικά τώρα που ήταν μονάχη της. Κι όταν εκείνος την κοίταζε, όταν την άγγιζε, η Μοργκέις δεν αμφέβαλλε ότι θα του συγχωρούσε τα πάντα. Κι ίσως θα ξεχνούσε τα πάντα, κρίνοντας από το πόσο θαμπές και κομματιασμένες ήταν οι αναμνήσεις της. Αν δεν ήξερε, θα έλεγε ότι ο Γκάεμπριλ είχε χρησιμοποιήσει πάνω της τη Μία Δύναμη με κάποιον τρόπο, αλλά κανένας άνδρας που μπορούσε να διαβιβάσει δεν προλάβαινε να επιβιώσει μέχρι αυτήν την ηλικία.
Η Λίνι συχνά της έλεγε ότι υπήρχε πάντα ένας άνδρας στον κόσμο για τον οποίο μια γυναίκα θα φερόταν σαν ανόητη, αλλά προσωπικά η Μοργκέις δεν πίστευε ότι θα υπέκυπτε σε κάτι τέτοιο. Πάντως, οι επιλογές της στους άνδρες ποτέ δεν ήταν καλές, όσο σωστές κι αν έμοιαζαν αρχικά.