Выбрать главу

«Συγχώρεσέ με, Βασίλισσα μου. Ακούω και υπακούω». Είπε τα λόγια με τον προσήκοντα τρόπο, αν και όχι ακριβώς με μεταμέλεια, όμως σηκώθηκε, με το μέτωπο ψηλά, κοιτώντας την αυθάδικα όπως πάντα. Μα το Φως, αυτός ο άντρας ήταν πεισματάρης όσο ο Γκάρεθ Μπράυν.

«Πόσοι πιστοί άνδρες υπάρχουν μεταξύ των Φρουρών στο Παλάτι; Πόσοι θα υπακούσουν στους όρκους τους και θα με ακολουθήσουν;»

«Εγώ θα σε ακολουθήσω», είπε εκείνος χαμηλόφωνα και ξαφνικά ο θυμός του εξανεμίστηκε, παρ’ όλο που ακόμα στύλωνε το βλέμμα στο πρόσωπό της. «Όσο για τους άλλους... Αν επιθυμείς να βρεις πιστούς, πρέπει να ψάξεις στα μακρινά φυλάκια, ίσως τόσο μακριά όσο η Ασπρογέφυρα. Κάποιοι που ήταν στο Κάεμλυν στάλθηκαν στην Καιρχίν μαζί με τους επίστρατους, όμως οι υπόλοιποι στην πόλη είναι ως τον τελευταίο άνθρωποι του Γκάεμπριλ. Τον καινούριο... τον καινούριο όρκο τον δίνουν στο θρόνο και στο νόμο, όχι στη Βασίλισσα».

Ήταν χειρότερο απ’ όσο έλπιζε, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν εντελώς αναπάντεχο. Ο Γκάεμπριλ μπορεί να είχε άλλα κακά, αλλά δεν ήταν βλάκας. «Τότε πρέπει να πάω αλλού για να επαναφέρω την βασιλεία μου». Θα ήταν δύσκολο να συγκεντρώσει τους Οίκους μετά τις εξορίες, μετά την Ελόριεν, αλλά θα έπρεπε να γίνει. «Ο Γκάεμπριλ ίσως προσπαθήσει να με εμποδίσει να φύγω από το Παλάτι» —θυμόταν αμυδρά που δυο φορές είχε προσπαθήσει να φύγει και την είχε προλάβει ο Γκάεμπριλ― «άρα, λοιπόν, θα βρεις δυο άλογα και θα περιμένεις στο δρόμο πίσω από τους νότιους στάβλους. Θα σε βρω εκείνη, ντυμένη για ταξίδι με άλογο».

«Παραείναι δημόσιος ο χώρος», είπε αυτός. «Και πολύ κοντά. Οι άνδρες του Γκάεμπριλ ίσως σε αναγνωρίσουν, όσο και να μεταμφιεστείς. Ξέρω κάποιον... Μπορείς να βρεις ένα πανδοχείο που λέγεται Η Ευλογία της Βασίλισσας, στο δυτικό τμήμα της Νέας Πόλης;» Η Νέα Πόλη ήταν νέα μόνο σε σύγκριση με την Έσω Πόλη, την οποία περιέβαλλε.

«Μπορώ». Δεν της άρεσε να της φέρνουν αντιρρήσεις, ακόμα κι όταν ήταν εύλογες. Το ίδιο έκανε και ο Μπράυν. Θα χαιρόταν να δείξει σ’ αυτόν τον νεαρό πόσο καλά μπορούσε να μεταμφιεστεί. Μια φορά το χρόνο, αν και κατάλαβε ότι φέτος δεν το είχε κάνει ακόμα, συνήθιζε να ντύνεται σαν απλή θνητή και να περπατά στους δρόμους για να νιώσει τον παλμό του κόσμου. Κανείς ποτέ δεν την είχε αναγνωρίσει. «Είναι έμπιστος όμως αυτός ο άνθρωπος, νεαρέ Τάλανβορ;»

«Ο Μπέηζελ Γκιλ είναι πιστός σε σένα όσο κι εγώ ο ίδιος». Δίστασε και το πρόσωπό του έδειξε ανησυχία, που άλλη μια φορά έδωσε τη θέση της στο θυμό. «Γιατί περίμενες τόσον καιρό; Σίγουρα τα ήξερες, σίγουρα τα έβλεπες, κι όμως περίμενες, ενώ ο Γκάεμπριλ έσφιγγε τα χέρια γύρω από το λαιμό του Άντορ. Γιατί περίμενες;»

Έτσι λοιπόν. Ο θυμός του ήταν έντιμος και άξιζε έντιμη απάντηση. Έλα όμως που δεν είχε απάντηση, δεν είχε δηλαδή απάντηση που θα μπορούσε να του δώσει. «Δεν είναι δουλειά σου να αμφισβητείς τη Βασίλισσά σου, νεαρέ», είπε, τρυφερά και σταθερά. «Ο πιστός, και ξέρω ότι είσαι πιστός, υπηρετεί δίχως ερωτήσεις».

Εκείνος άφησε αργά την ανάσα του να βγει. «Θα σε περιμένω στο στάβλο της Ευλογίας της Βασίλισσας, Βασίλισσά μου». Και με μια υπόκλιση, κατάλληλη για δημόσια εκδήλωση μπροστά σ’ ολόκληρη την αυλή, έφυγε.

«Γιατί τον λες και τον ξαναλές μικρό;» ζήτησε να μάθει η Λίνι, όταν έκλεισε η πόρτα. «Τον ξεσηκώνει. “Μόνο οι ανόητοι βάζουν αγκάθι κάτω από τη σέλα προτού καβαλήσουν”».

«Μα είναι μικρός, Λίνι. Τόσο που θα μπορούσε να είναι γιος μου».

Η Λίνι ξεφύσηξε, και αυτή τη φορά δεν το έκανε καθόλου διακριτικά. «Ρίχνει μερικά χρόνια του Γκάλαντ, και ο Γκάλαντ παραείναι μεγάλος για να ’ναι δικός σου. Έπαιζες με κούκλες όταν γεννήθηκε ο Τάλανβορ, και νόμιζες ότι τα μωρά έρχονται στον κόσμο όπως οι κούκλες».

Η Μοργκέις αναστέναξε και αναρωτήθηκε αν η Λίνι φερόταν έτσι και στη μητέρα της. Το πιθανότερο. Κι αν η Λίνι ζούσε αρκετά για να δει την Ηλαίην στο θρόνο —για κάποιο λόγο δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’ αυτό· η Λίνι θα άντεχε για πάντα― τότε μάλλον δεν θα φερόταν αλλιώτικα ούτε στην Ηλαίην. Υποθέτοντας βέβαια ότι θα υπήρχε θρόνος για να τον κληρονομήσει η Ηλαίην. «Ένα ερώτημα υπάρχει, αν είναι νομιμόφρων όσο δείχνει. Ο μοναδικός πιστός Φρουρός, τη στιγμή που έχουν εκδιωχθεί όλοι οι άλλοι νομιμόφρονες στο Παλάτι. Ξαφνικά, μου φαίνεται ότι παραείναι καλό για να ’ναι αληθινό».

«Πήρε τον καινούριο όρκο». Η Μοργκέις άνοιξε το στόμα, όμως η Λίνι την πρόλαβε. «Τον είδα έπειτα, μονάχο πίσω από τους στάβλους. Έτσι κατάλαβα ποιον εννοούσες· έμαθα το όνομά του. Δεν με είδε. Ήταν γονατισμένος, με τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό του. Μια σου ζητούσε συγγνώμη και μια επαναλάμβανε τον παλιό όρκο. Όχι απλώς στην “Βασίλισσα του Άντορ” αλλά στη “Βασίλισσα Μοργκέις του Άντορ”. Ορκίστηκε με τον παλιό τρόπο, στο σπαθί του, κόβοντας το μπράτσο του, για να δείξει ότι θα έχυνε και την τελευταία σταγόνα του αίματός του προτού πατήσει τον όρκο του. Κάτι ξέρω από άνδρες, κοπέλα μου. Αυτός θα σε ακολουθήσει ενάντια σε στρατό ακόμα και με τα χέρια του άδεια».