Выбрать главу

Καλά που το είχε μάθει αυτό. Αν δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί, μετά θα έπρεπε να αμφιβάλλει για τη Λίνι. Όχι, για τη Λίνι ποτέ. Είχε ορκιστεί με τον παλιό τρόπο; Να κάτι που είχε βγει από τα παραμύθια. Και πάλι οι σκέψεις της λοξοδρομούσαν. Το θόλωμα του μυαλού που της είχε προκαλέσει ο Γκάεμπριλ θα ’πρεπε πια να έχει τελειώσει, τώρα που τα γνώριζε όλα αυτά. Τότε, γιατί άραγε ένα μέρος του εαυτού της ήθελε ακόμα να επιστρέψει στο καθιστικό και να περιμένει; Έπρεπε να συγκεντρώσει την προσοχή της. «Θα χρειαστώ ένα απλό φόρεμα, Λίνι. Που να μην μου ταιριάζει καλά. Λίγη καπνιά από το τζάκι και...»

Η Λίνι επέμεινε να έρθει κι αυτή. Θα έμενε πίσω μόνο αν η Μοργκέις την έδενε σε καρέκλα, και δεν ήταν βέβαιο ότι η ηλικιωμένη γυναίκα θα την άφηνε να τη δέσει· πάντα έμοιαζε εύθραυστη και πάντα ήταν πιο δυνατή απ’ όσο έδειχνε. Όταν βγήκαν από τη μικρή πλαϊνή πόρτα, η Μοργκέις δεν θύμιζε σε τίποτα τον κανονικό εαυτό της. Με λίγη καπνιά είχε σκουρύνει τα χρυσόξανθα μαλλιά της, αφαιρώντας τους τη λάμψη και κάνοντάς τα να δείχνουν ίσια. Σ’ αυτό βοηθούσε και ο ιδρώτας που κυλούσε στο πρόσωπό της. Κανείς δεν πίστευε πως οι βασίλισσες ιδρώνουν. Η μεταμφίεσή της συμπληρωνόταν με ένα ατσούμπαλο φόρεμα από τραχύ —πολύ τραχύ― γκρίζο μαλλί με σχιστή φούστα για ιππασία. Ακόμα και το μισοφόρι και οι κάλτσες της ήταν από σκληρό μαλλί. Έμοιαζε με χωριάτισσα που είχε έρθει στην αγορά καβάλα στο άλογο του κάρου και τώρα ήθελε να δει την πόλη. Η Λίνι έμοιαζε με τον εαυτό της, με τη ράχη ίσια και ύφος αυστηρό, και φορούσε ένα πράσινο μάλλινο φόρεμα ιππασίας, καλοραμμένο αλλά δέκα χρόνια εκτός μόδας.

Η Μοργκέις, θέλοντας μάταια να ξυστεί, ευχόταν να μην την είχε υπακούσει κατά γράμμα η Λίνι όταν της είχε ζητήσει φόρεμα που να μην της ταιριάζει πολύ. Η γριά παραμάνα, χώνοντας την εσθήτα με το βαθύ ντεκολτέ κάτω από το κρεβάτι της, είχε μουρμουρίσει ότι σύμφωνα με τους παλιούς δεν έπρεπε να παρουσιάζεις πραμάτεια την οποία δεν σκόπευες να πουλήσεις. Η Μοργκέις την είχε κατηγορήσει ότι αυτά τα έβγαζε από το μυαλό της, και η απάντηση της άλλης ήταν Στην ηλικία μου, ακόμα κι αν τα βγάζω από το μυαλό μου, είναι πάλι λόγια των παλιών. Η Μοργκέις σχεδόν υποψιαζόταν ότι το φόρεμα που της ταίριαζε σαν σακί και της έφερνε φαγούρα ήταν κατά κάποιον τρόπο τιμωρία για εκείνη την εσθήτα.

Η Έσω Πόλη ήταν χτισμένη στους λόφους, με δρόμους που ακολουθούσαν τη φυσική διαμόρφωση της γης και ήταν σχεδιασμένοι έτσι, ώστε να προσφέρουν ξαφνική θέα σε πάρκα γεμάτα δένδρα και μνημεία ή σε πύργους καλυμμένους με πλάκες που αστραφτοβολούσαν με εκατό χρώματα στον ήλιο. Τα απότομα υψώματα έκαναν το βλέμμα να ταξιδέψει σ’ ολόκληρο το Κάεμλυν, στις κυματιστές πεδιάδες και τα δάση παραπέρα. Η Μοργκέις δεν είδε τίποτα απ’ αυτά, καθώς έτρεχε μέσα στα πλήθη που συνωστίζονταν στους δρόμους. Κανονικά θα στεκόταν να ακούσει τον κόσμο, να καταλάβει τη διάθεσή του. Αυτή τη φορά άκουγε μόνο τη βουή και τον αχό μιας λαμπρή πόλης. Δεν της πέρασε από το νου να προσπαθήσει να τους ξεσηκώσει. Χιλιάδες άνθρωποι, οπλισμένοι κυρίως με πέτρες και οργή θα μπορούσαν να κατατροπώσουν τους Φρουρούς του Βασιλικού Παλατιού, αλλά, ακόμα αν δεν το ήξερε πριν, οι ταραχές της άνοιξης που είχαν φέρει τον Γκάεμπριλ στο επίκεντρο της προσοχής της, όπως και οι παραλίγο ταραχές της προηγούμενης χρονιάς, της είχαν δείξει τι μπορούσε να κάνει ο όχλος. Σκοπός της ήταν να ξανακυβερνήσει στο Κάεμλυν, όχι να το παραδώσει στις φλόγες.

Πέρα από τα λευκά τείχη της Έσω Πόλης, η Νέα Πόλη είχε τις δικές της ομορφιές. Υπήρχαν ψηλόλιγνοι πύργοι, θόλοι που άστραφταν χρυσόλευκοι, πελώριες εκτάσεις όλο κόκκινα κεραμίδια και τα μεγάλα εξωτερικά τείχη με τους πύργους, που το ανοιχτόγκριζο χρώμα τους ήταν γεμάτο ασημένιες και λευκές πινελιές. Οι φαρδιές λεωφόροι, που τις χώριζαν στη μέση πλατιές εκτάσεις από δένδρα και χλόη, έβριθαν από ανθρώπους και κάρα και άμαξες. Η Μοργκέις πρόσεξε παρεμπιπτόντως ότι η χλόη ξεραινόταν από την ανομβρία, αλλά είχε το νου της στραμμένο σ’ αυτό που έψαχνε.

Από ην εμπειρία των ετήσιων εξορμήσεών της, διάλεξε με προσοχή τους ανθρώπους τους οποίους ήθελε να ρωτήσει. Κυρίως άνδρες. Ήξερε τι εμφάνιση είχε, ακόμα και με την καπνιά στα μαλλιά της, και μερικές γυναίκες έδιναν λάθος απαντήσεις από ζήλια. Οι άνδρες, από την άλλη μεριά, έστυβαν το μυαλό τους για τη σωστή απάντηση, για να την εντυπωσιάσουν. Δεν θα διάλεγε κάποιον με πολύ αυτάρεσκη ή με πολύ τραχιά έκφραση, Οι μεν προσβάλλονταν εύκολα όταν τους πλησίαζες, λες και δεν ήταν και οι ίδιοι πεζοί, οι δε μπορεί να σκέφτονταν ότι μια γυναίκα που ζητά οδηγίες έχει άλλο πράγμα στο νου της.