Выбрать главу

Κάποιος με σαγόνι υπερβολικά μεγάλο για το πρόσωπό του, που πουλούσε μ’ ένα δίσκο καρφίτσες και βελόνες, της χαμογέλασε και είπε, «Σου είπε κανείς ότι μοιάζεις λιγάκι με τη Βασίλισσα; Μπορεί να τα ’κανε χάλια, αλλά είναι όμορφη».

Εκείνη του απάντησε μ’ ένα βραχνό γέλιο, που έκανε τη Λίνι να την κοιτάξει αυστηρά. «Άσε τα καλοπιάσματα για τη γυναίκα σου. Δεύτερη στροφή στα αριστερά, είπες; Σ’ ευχαριστώ. Και για το κομπλιμέντο επίσης».

Καθώς άνοιγε δρόμο στο πλήθος, έσμιξε τα φρύδια της. Είχε ακούσει πολλές τέτοιες κουβέντες. Όχι για το ότι έμοιαζε με τη Βασίλισσα, αλλά το άλλο, ότι η Μοργκέις τα είχε κάνει χάλια. Ο Γκάεμπριλ είχε επιβάλει βαριούς φόρους για να πληρώσει τους επίστρατούς του, αλλά σ’ εκείνη έπεφτε το φταίξιμο, και δικαίως. Η ευθύνη ανήκε στη Βασίλισσα. Είχαν περάσει κι άλλους νόμους στο Παλάτι, νόμους που φαίνονταν παράλογοι, αλλά δυσκόλευαν τη ζωή των ανθρώπων. Άκουσε διάφορους ψιθύρους γι’ αυτήν, ότι ίσως αρκετό καιρό είχε βασίλισσες το Άντορ. Μόνο το μουρμούριζαν, όμως ό,τι τολμούσε ένας να πει χαμηλόφωνα, δέκα άλλοι το σκέφτονταν. Ίσως να μην ήταν εύκολο όσο νόμιζε το να ξεσηκώσει τον όχλο κατά του Γκάεμπριλ.

Στο τέλος βρήκε το στόχο της, ένα πλατύ πανδοχείο φτιαγμένο από πέτρα, με μια ταμπέλα πάνω από την πόρτα που έδειχνε έναν άνδρα γονατισμένο μπροστά σε μια χρυσόξανθη γυναίκα, η οποία φορούσε το Ρόδινο Στέμμα και είχε το ένα της χέρι στο κεφάλι του. Η Ευλογία της Βασίλισσας. Αν παρίστανε αυτήν, η ομοιότητα δεν ήταν μεγάλη. Τα μάγουλα παραήταν παχουλά.

Μόνο όταν σταμάτησε μπροστά στο πανδοχείο, συνειδητοποίησε ότι η Λίνι είχε λαχανιάσει. Η Μοργκέις προχωρούσε με βήμα ταχύ και η άλλη δεν ήταν καθόλου νέα πια. «Λίνι, με συγχωρείς. Κακώς περπατούσα τόσο―»

«Αν δεν σε προφταίνω, κοπέλα μου, πώς θα μπορέσω να φροντίσω τα μωρά της Ηλαίην; Τι κάθεσαι τώρα εδώ; “Πόδια που σέρνονται, ταξίδι δεν τελειώνουν”. Είπε ότι θα ’ναι στο στάβλο».

Η ασπρομάλλα προχώρησε μουρμουρίζοντας μόνη της, και η Μοργκέις την ακολούθησε γύρω από το πανδοχείο. Προτού μπει στον πέτρινο στάβλο, σκίασε τα μάτια της για να κοιτάξει τον ήλιο· έμεναν το πολύ δυο ώρες ακόμα μέχρι το σούρουπο· ο Γκάεμπριλ θα άρχιζε να την ψάχνει τότε, αν δεν την έψαχνε ήδη.

Ο Τάλανβορ δεν ήταν μόνος του εκεί στο στάβλο, που ήταν γεμάτος παχνιά για άλογα. Όταν έπεσε στο γόνατο, στο άχυρο που ήταν στρωμένο στο έδαφος, φορώντας ένα πράσινο μάλλινο σακάκι με τη ζωστήρα του σπαθιού δεμένη από πάνω, μαζί μ’ αυτόν γονάτισαν άλλοι δυο άνδρες και μια γυναίκα, κάπως διστακτικά, δείχνοντας αβεβαιότητα, όπως και η ίδια. Ο σωματώδης με το ροδαλό πρόσωπο και τα μαλλιά που έδειχναν αραίωση πρέπει να ήταν ο Μπέηζελ Γκιλ, ο πανδοχέας. Ένα παλιό δερμάτινο γιλέκο, με ραμμένους μεταλλικούς δίσκους, πάλευε να αγκαλιάσει την κοιλιά του, κι επίσης στο πλάι έφερε σπαθί.

«Βασίλισσά μου», είπε ο Γκιλ, «χρόνια έχω να φορέσω το σπαθί —από τον Πόλεμο των Αελιτών― αλλά θα ήταν τιμή μου να μου επιτρέψεις να σε ακολουθήσω». Κανονικά θα έπρεπε να φαντάζει γελοίος, μα δεν ήταν.

Η Μοργκέις περιεργάστηκε τους άλλους δύο· ο ένας ήταν θηρίο, με κακοφτιαγμένο γκρίζο σακάκι, βαριά βλέφαρα, μύτη που είχε σπάσει πολλές φορές, και ουλές στο πρόσωπό του, και μια κοντή ομορφούλα, σχεδόν μεσήλικη. Έμοιαζε να είναι παρέα με τον σκληρό, όμως το γαλάζιο μάλλινο φόρεμά της με τον ψηλό γιακά έμοιαζε να παραείναι καλοϋφασμένο για να της το έχει αγοράσει αυτός.

Ο άλλος κατάλαβε τις αμφιβολίες της, παρ’ όλο που τα μάτια του τον έκαναν να φαίνεται αργόστροφος. «Είμαι ο Λάμγκουιν, Βασίλισσά μου, πιστός υπηρέτης της Βασίλισσας. Δεν είναι σωστά όσα έγιναν και πρέπει να διορθωθούν. Θέλω κι εγώ να σε ακολουθήσω. Εγώ και η Μπριάνε, μαζί».

«Σηκωθείτε», τους είπε. «Ίσως περάσει καιρός μέχρι να μπορείτε να διακηρύσσετε άφοβα ότι είμαι η βασίλισσα σας. Χαίρομαι για τη συντροφιά σου, αφέντη Γκιλ. Και τη δική σου, αφέντη Λάμγκουιν, αλλά θα είναι ασφαλέστερο για τη γυναίκα σου να μείνει στο Κάεμλυν. Μας περιμένουν δύσκολες μέρες».

Η Μπριάνε τίναξε τα άχυρα από τα φουστάνια της και της έριξε μια διαπεραστική ματιά και μια άλλη χειρότερη στη Λίνι. «Ξέρω από δύσκολες μέρες», είπε με Καιρχινή προφορά. Σίγουρα ήταν γέννημα-θρέμμα αριστοκράτισσα, εκτός αν η Μοργκέις έκρινε λάθος· πρόσφυγας κι αυτή. «Και δεν γνώρισα ποτέ μου σωστό άνδρα παρά μόνο όταν βρήκα τον Λάμγκουιν. Ή όταν με βρήκε. Την πίστη και την αγάπη που σου έχει, τις έχω στο δεκαπλάσιο γι’ αυτόν. Αυτός θα ακολουθήσει εσένα, αλλά εγώ θα ακολουθήσω αυτόν. Δεν μένω πίσω».