Η Μοργκέις πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά ένευσε ότι τους δεχόταν. Η γυναίκα ούτως ή άλλως έμοιαζε να το θεωρεί δεδομένο. Καλός σπόρος για να φυτρώσει έτσι ο στρατός της· ένας νεαρός στρατιώτης, που συνήθως την αγριοκοίταζε, ένας φαλακρός πανδοχέας, που έμοιαζε να μην έχει ανέβει σε άλογο εδώ και είκοσι χρόνια, ένας σκληρός τύπος, που έμοιαζε μισοκοιμισμένος, και μια αριστοκράτισσα Καιρχινή πρόσφυγας, που της είχε ξεκαθαρίσει πως η νομιμοφροσύνη της αφορούσε μονάχα τον σκληρό. Και η Λίνι, φυσικά. Η Λίνι που της φερόταν σαν να ήταν ακόμα παιδί. Α, μα ήταν έξοχος σπόρος.
«Πού πάμε, Βασίλισσα μου;», ρώτησε ο Γκιλ, καθώς έβγαζε σελωμένα άλογα από τα χωρίσματα τους. Ο Λάμγκουιν προχώρησε με ταχύτητα που ξάφνιαζε κι έριξε σε ένα άλογο μια σέλα με ψηλή ράχη για τη Λίνι.
Η Μοργκέις συνειδητοποίησε τότε πως δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Φως μου, δεν μπορεί να μου θολώνει ακόμα το μυαλό ο Γκάεμπριλ. Ένιωθε όμως ακόμα εκείνη την τάση να ξαναγυρίσει στο καθιστικό της. Δεν το έκανε εκείνος. Για να έρθει η Μοργκέις εδώ, είχε αναγκαστεί να συγκεντρώσει το μυαλό της και να βγει από το Παλάτι. Κάποτε το πρώτο μέρος που θα πήγαινε θα ήταν της Ελόριεν, αλλά κι ο Πέλιβαρ και η Αραθέλε ήταν καλοί. Από τη στιγμή που θα έβρισκε πώς να εξηγήσει την εξορία τους.
Προτού προλάβει να ανοίξει το στόμα, ο Τάλανβορ είπε, «Πρέπει να πάμε στον Γκάρεθ Μπράυν. Οι μεγάλοι Οίκοι τρέφουν αρκετή δυσαρέσκεια απέναντι σου, Βασίλισσά μου, αλλά με τον Μπράυν να σε ακολουθεί, θα ορκιστούν ξανά υποταγή, έστω κι αν το κάνουν μόνο επειδή ξέρουν ότι θα νικήσει σε κάθε μάχη».
Εκείνη έσφιξε το στόμα για να συγκρατήσει την ακαριαία άρνηση της. Ο Μπράυν ήταν προδότης. Όμως ήταν επίσης ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του καιρού του. Η παρουσία του θα ήταν ένα πειστικό επιχείρημα, όταν η Μοργκέις θα έπρεπε να κάνει τον Πέλιβαρ και τους υπόλοιπους να ξεχάσουν ότι τους είχε εξορίσει. Πολύ καλά, λοιπόν. Αναμφίβολα, θα άρπαζε την ευκαιρία να γίνει Στρατηγός των Φρουρών της Βασίλισσας ακόμα μια φορά. Κι αν όχι, μια χαρά θα τα κατάφερνε χωρίς αυτόν.
Όταν ο ήλιος άγγιξε τον ορίζοντα, είχαν φτάσει πέντε μίλια έξω από το Κάεμλυν και προχωρούσαν καλπάζοντας προς το Κορ Σπρινγκς.
Ο Πάνταν Φάιν ένιωθε πιο άνετα τις νύχτες. Καθώς προχωρούσε με μαλακά βήματα στους στρωμένους με χαλιά διαδρόμους του Λευκού Πύργου, του φαινόταν ότι το σκοτάδι απ’ έξω άπλωνε ένα μανδύα για να τον κρύψει από τους εχθρούς του, παρά τις επίχρυσες λάμπες που έκαιγαν στους φανοστάτες τους στη σειρά σαν είδωλα καθρέφτη. Ήξερε ότι αυτή η αίσθηση ήταν ψεύτικη· οι εχθροί του ήταν πλήθος και παντού. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, όπως και κάθε ώρα που ήταν ξυπνητός, ένιωθε τον Ραντ αλ’Θόρ. Όχι πού ήταν, αλλά ότι ήταν ακόμα ζωντανός, κάπου. Ακόμα ζωντανός. Ήταν το δώρο που είχε λάβει στο Σάγιολ Γκουλ, στο Χάσμα του Χαμού, η επίγνωση που είχε για τον αλ’Θόρ.
Το μυαλό του πετάρισε μακριά από τις αναμνήσεις αυτών που του είχαν κάνει στο Χάσμα. Τον είχαν αποστάξει εκεί, τον είχαν αναπλάσει. Αλλά αργότερα, στην Αριντόλ, είχε αναγεννηθεί. Είχε αναγεννηθεί, για να συντρίψει παλιούς και νέους εχθρούς.
Ένιωθε και κάτι άλλο, κυνηγώντας στους άδειους νυχτερινούς διαδρόμους του Πύργου, ένα δικό του αντικείμενο, που του το είχαν κλέψει. Αυτή τη στιγμή, τον έλκυε ένας πόθος πιο έντονος από τη λαχτάρα του για το θάνατο του αλ’Θόρ, για την καταστροφή του Πύργου ή ακόμα και για την εκδίκηση κατά του πανάρχαιου εχθρού του. Πείνα να γίνει ολόκληρος.
Η πόρτα με το βαρύ ξύλο είχε χοντρούς μεντεσέδες και σιδερένια ελάσματα για ενίσχυση και μια μαύρη σιδερένια κλειδαριά μεγάλη όσο το κεφάλι του. Λίγες πόρτες ήταν ποτέ κλειδωμένες στον Πύργο —ποιος θα τολμούσε να κλέψει ανάμεσα στις Άες Σεντάι;― όμως ο Πύργος θεωρούσε ότι μερικά πράγματα ήταν πολύ επικίνδυνα και δεν έπρεπε να είναι προσιτά σε όλους. Τα πιο επικίνδυνα απ’ όλα τα διατηρούσαν πίσω απ’ αυτή την πόρτα, που τη φύλαγε μια γερή κλειδαριά.
Χαχανίζοντας απαλά, έβγαλε δυο μακριά, κυρτά μεταλλικά ραβδάκια από την τσέπη του σακακιού του, τα έχωσε στην τρύπα της κλειδαριάς, έψαξε, πίεσε, έστριψε. Το γλωσσίδι τραβήχτηκε μ’ ένα αργό ξερό κρότο. Για μια στιγμή, έγειρε πάνω στην πόρτα, γελώντας βραχνά. Το φύλαγε μια γερή κλειδαριά. Ολόγυρά του βρισκόταν παντού η δύναμη των Άες Σεντάι, και τη φύλαγε ένα απλό μέταλλο. Ακόμα και οι υπηρέτριες και οι μαθητευόμενες θα είχαν πια τελειώσει τέτοια ώρα τις δουλειές τους, όμως ίσως κάποιος να ήταν ακόμα ξύπνιος, να περνούσε τυχαία. Μερικά κύματα γέλιου ακόμα τον τράνταζαν, καθώς ξανάβαζε τις ράβδους στην τσέπη του κι έβγαζε ένα χοντρό μελισσοκέρι, ανάβοντας το φυτίλι σε μια κοντινή λάμπα.
Σήκωσε το κερί ψηλά, κλείνοντας την πόρτα πίσω του, και κοίταξε ολόγυρα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ράφια με απλά κουτιά και με σκαλισμένα κιβώτια διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, με μικρές μορφές από οστό ή από ελεφαντόδοντο ή από πιο σκούρα υλικά, αντικείμενα από μέταλλο και γυαλί και κρύσταλλο που λαμπύριζαν στο φως του κεριού. Τίποτα που να μοιάζει επικίνδυνο. Η σκόνη σκέπαζε τα πάντα· ακόμα και οι Άες Σεντάι σπανίως έρχονταν εδώ και δεν επέτρεπαν σε κανέναν άλλο να μπει. Αυτό που αναζητούσε τον τράβηξε κοντά του.