Выбрать главу

Σε ένα ράφι στο ύψος της μέσης του υπήρχε ένα σκούρο μεταλλικό κουτί. Το άνοιξε, αποκαλύπτοντας μολυβένια τοιχώματα πάχους πέντε πόντων, που μόλις άφηναν να χωρέσει ένα κυρτό εγχειρίδιο σε χρυσή θήκη, μ’ ένα μεγάλο ρουμπίνι ενσφηνωμένο στη λαβή του. Δεν τον ένοιαζαν ούτε το χρυσάφι, ούτε το ρουμπίνι, που έλαμπε σκούρο σαν αίμα. Έχυσε βιαστικά λίγο λιωμένο κερί για να στερεώσει το μελισσοκέρι πλάι στο κουτί και άρπαξε το εγχειρίδιο.

Αναστέναξε μόλις το άγγιξε, τεντώθηκε με απόλαυση. Ήταν πάλι ολοκληρωμένος, είχε γίνει ένα μ’ αυτό που τον είχε δεσμεύσει πριν από τόσον καιρό, ένα μ’ αυτό που κυριολεκτικά του είχε χαρίσει ζωή.

Οι σιδερένιοι μεντεσέδες έτριξαν αμυδρά κι αυτός χίμηξε στην πόρτα, γυμνώνοντας την κυρτή λεπίδα. Η χλωμή νεαρή που άνοιγε την πόρτα πρόλαβε μόνο να ανοίξει το στόμα και προσπάθησε να πηδήξει πίσω, αλλά αυτός της χάραξε το μάγουλο· συνεχίζοντας την κίνησή του, έριξε κάτω τη θήκη, άρπαξε τη γυναίκα από το μπράτσο και την τράβηξε μέσα στην αποθήκη. Έβγαλε το κεφάλι από το δωμάτιο, κοίταξε δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο. Ήταν ακόμα άδειος.

Η νεαρή σπαρταρούσε στο πέτρινο πάτωμα, προσπαθώντας μάταια να ουρλιάξει. Τα χέρια της έψαχναν με μανία ένα πρόσωπο που ήταν ήδη μαύρο και πρησμένο τόσο που δεν αναγνωριζόταν, ενώ το σκοτεινό φούσκωμα κατηφόριζε αργά τους ώμους τους σαν πηχτό λάδι. Οι χιονόλευκες φούστες της, με τα χρώματα στον ποδόγυρο, τινάζονταν, καθώς τα πόδια της ανεβοκατέβαιναν σπασμωδικά δίχως αποτέλεσμα. Εκείνος έγλειψε μια σταγόνα αίμα που είχε πιτσιλίσει το χέρι του, ενώ σήκωνε το θηκάρι.

«Είσαι ανόητος».

Στριφογύρισε, απλώνοντας το εγχειρίδιό του, όμως ο αέρας γύρω του φάνηκε να γίνεται συμπαγής, κλείνοντάς τον από το λαιμό ως τα τακούνια στις μπότες του. Έμεινε κρεμασμένος εκεί, στις μύτες των ποδιών του, με το εγχειρίδιο έτοιμο να λογχίσει, κοιτώντας την Αλβιάριν που έκλεινε την πόρτα πίσω της κι έγερνε πάνω της να στηριχτεί με την πλάτη, για να τον περιεργαστεί. Αυτή τη φορά, δεν είχε ακουστεί τρίξιμο. Ο ξυστός ήχος των παπουτσιών στις πέτρες του πατώματος από την κοπέλα που τίναζε τα πόδια της, καθώς πέθαινε, δεν θα το είχε κρύψει. Αυτός ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να διώξει τον ιδρώτα που τον έτσουξε ξαφνικά.

«Στ’ αλήθεια νόμιζες ότι δεν θα υπήρχε φρουρός σ’ αυτό το δωμάτιο, ότι δεν θα φύλαγαν σκοπιά;» συνέχισε η Άες Σεντάι. «Έχουν βάλει ξόρκι φύλαξης στην κλειδαριά. Έργο αυτής της ανόητης απόψε ήταν να το επιτηρεί. Αν είχε κάνει σωστά τη δουλειά της, τώρα θα σε περίμεναν δώδεκα Πρόμαχοι και άλλες τόσες Άες Σεντάι έξω από αυτήν την πόρτα. Πληρώνει το αντίτιμο της ανοησίας της».

Οι σφαδασμοί πίσω του έπαψαν και τα μάτια της στένεψαν. Η Αλβιάριν δεν ήταν του Κίτρινου Άτζα, αλλά πάντως θα μπορούσε να είχε κάνει μια προσπάθεια να Θεραπεύσει τη νεαρή. Και δεν είχε σημάνει συναγερμό, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει η Αποδεχθείσα, αλλιώς δεν θα ήταν εδώ μόνη της. «Είσαι του Μαύρου Άτζα», ψιθύρισε.

«Επικίνδυνη κατηγορία», είπε εκείνη ήρεμα. Δεν ήταν σαφές για ποιον από τους δύο ήταν επικίνδυνη. «Όταν την ανέκριναν, η Σιουάν Σάντσε ισχυρίστηκε ότι το Μαύρο Άτζα είναι πραγματικό. Ικέτεψε να μας μιλήσει γι’ αυτό, Η Ελάιντα δεν άκουγε κουβέντα, ούτε τότε ούτε τώρα. Οι ιστορίες περί του Μαύρου Άτζα αμαυρώνουν και δυσφημίζουν τον Πύργο».

«Είσαι του Μαύρου Άτζα», είπε αυτός με πιο δυνατή φωνή.

«Θέλεις να το κλέψεις;» Η Άες Σεντάι μίλησε σαν να μην είχε ανοίξει αυτός το στόμα του. «Το ρουμπίνι δεν αξίζει τον κόπο, Φάιν. Ή όποιο είναι το όνομά σου, τέλος πάντων. Η λεπίδα είναι μολυσμένη και μόνο βλάκας θα την άγγιζε με γυμνά χέρια και όχι με λαβίδα, μόνο ένας βλάκας θα την πλησίαζε, αν δεν ήταν ανάγκη. Βλέπεις τι έπαθε η Βερίνε. Γιατί, λοιπόν, ήρθες κι έτρεξες κατευθείαν στο εγχειρίδιο, το οποίο αποκλείεται να ήξερες πως ήταν εδώ; Σίγουρα δεν είχες χρόνο για να ερευνήσεις».

«Μπορώ να σε απαλλάξω από την Ελάιντα. Ένα άγγιγμα μ’ αυτό και δεν θα τη σώσει ούτε η Θεραπεία». Προσπάθησε να κάνει μια χειρονομία με το εγχειρίδιο, όμως δεν μπορούσε να σαλέψει ούτε πόντο· αν μπορούσε να κουνηθεί, τώρα η Αλβιάριν θα ήταν νεκρή. «Θα μπορούσες να είσαι η πρώτη του Πύργου, όχι η δεύτερη».

Εκείνη γέλασε μαζί του, μ’ ένα ψυχρό, περιφρονητικό γέλιο σαν καμπάνισμα. «Νομίζεις πως δεν θα ήμουν πρώτη, αν το επιθυμούσα; Με βολεύει να είμαι δεύτερη. Άσε την Ελάιντα να διεκδικεί τα εύσημα για τις επιτυχίες της, όπως νομίζει, και να ιδρώνει για τις αποτυχίες της. Ξέρω πού είναι η εξουσία. Τώρα, απάντησε στις ερωτήσεις μου, αλλιώς το πρωί θα βρεθούν εδώ δύο πτώματα αντί για ένα».