Ούτως ή άλλως θα υπήρχαν δύο πτώματα, είτε της απαντούσε με τα ανάλογα ψέματα είτε όχι· δεν σκόπευε να τον αφήσει ζωντανό. «Έχω δει το Θακαν’ντάρ». Πόνεσε λέγοντάς το· του ήρθαν οδυνηρές αναμνήσεις στο νου. Δεν αφέθηκε να κλαψουρίσει, πάλεψε και ξεστόμισε τις λέξεις. «Τη μεγάλη θάλασσα της ομίχλης που φουσκώνει και σκάει σιωπηλά στους μαύρους γκρεμούς, τις φωτιές των καμινιών να λάμπουν κόκκινες από κάτω, τον κεραυνό να σχίζει έναν ουρανό που μπορεί να τρελάνει τον άνθρωπο». Δεν ήθελε να συνεχίσει, όμως πίεσε τον εαυτό του, «Πήρα το μονοπάτι που βγάζει στα σπλάχνα του Σάγιολ Γκουλ, το μακρύ δρόμο, με πέτρες σαν σκυλόδοντα που άγγιζαν το κεφάλι μου, ως την ακτή μιας λίμνης από φωτιά και λιωμένο βράχο―» Όχι, όχι πάλι! «-που κρατά τον Μέγα Άρχοντα του Σκότους στα απύθμενα βάθη της. Τα ουράνια πάνω από το Σάγιολ Γκουλ είναι μαύρα ακόμα και το μεσημέρι από την ανάσα του».
Η Αλβιάριν τώρα στεκόταν με το κορμί ίσιο και τα μάτια ορθάνοιχτα. Δεν φοβόταν, ήταν εντυπωσιασμένη. «Ακουσα για...» άρχισε να λέει με μαλακή φωνή, και μετά κούνησε απότομα το κεφάλι και τον κοίταξε με βλέμμα σαν μαχαίρι. «Ποιος είσαι; Τι κάνεις εδώ; Μήπως σε έστειλε κανένας από τους Αποδ ― από τους Εκλεκτούς; Γιατί δεν με πληροφόρησαν;»
Εκείνος έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. «Το έργο που μου αναθέτουν πρέπει να είναι κατανοητό από εσένα και τους ομοίους σου;» Μιλούσε πάλι με δυνατή ντόπια Λαγκαρντινή προφορά· κατά μία έννοια, το Λάγκαρντ ήταν η γενέτειρά του. «Μήπως, λοιπόν, οι Εκλεκτοί σου εκμυστηρεύονται τα πάντα;» Κάτι μέσα του φώναζε ότι δεν ήταν αυτός ο κατάλληλος τρόπος, αλλά ο ίδιος μισούσε τις Άες Σεντάι και τις μισούσε κι αυτό το κάτι επίσης. «Πρόσεχε, γλυκιά μικρή μου Άες Σεντάι, αλλιώς θα σε παραδώσουν σε κανένα Μυρντράαλ να διασκεδάσει».
Το άγριο βλέμμα της ήταν σαν παγοκρύσταλλα που του τρυπούσαν τα μάτια. «Θα δούμε, αφέντη Φάιν. Θα καθαρίσω τα χάλια που άφησες, και μετά θα δούμε ποιος από τους δύο είναι ανώτερος μπροστά στους Εκλεκτούς». Κοιτάζοντας το εγχειρίδιο, βγήκε από το δωμάτιο. Ο αέρας γύρω του μαλάκωσε μόνο αφού είχε περάσει ένα ολόκληρο λεπτό από την αναχώρηση της.
Αυτός μούγκρισε σιωπηλά τον εαυτό του. Βλάκα. Έπαιζε το παιχνίδι των Άες Σεντάι, τις καλόπιανε και τις ικέτευε, και τώρα, με μια στιγμή θυμού, τα είχε χαλάσει όλα. Όπως θηκάρωνε το εγχειρίδιο, κόπηκε λιγάκι κι έγλειψε την πληγή προτού χώσει το όπλο στο σακάκι του. Δεν ήταν αυτός που νόμιζε η Αλβιάριν. Κάποτε είχε υπάρξει Σκοτεινόφιλος, όμως τώρα ήταν κάτι πιο πέρα. Πιο πέρα, πιο πάνω. Κάτι αλλιώτικο. Κάτι περισσότερο. Αν η Άες Σεντάι προλάβαινε να επικοινωνήσει με κάποιον Αποδιωγμένο προτού την ξεφορτωνόταν... Καλύτερα να μην προσπαθούσε. Τώρα δεν είχε χρόνο να βρει το Κέρας του Βαλίρ. Υπήρχαν οι υπηρέτες του που τον περίμεναν έξω από την πόλη. Σίγουρα ήταν ακόμα εκεί και ανέμεναν. Τους είχε ποτίσει με φόβο. Έλπισε να υπήρχαν ακόμα ζωντανοί κάποιοι άνθρωποι. Προτού φανεί ο ήλιος, είχε βγει από τον Πύργο, είχε φύγει από το νησάκι της Ταρ Βάλον. Ο αλ’Θόρ ήταν εκεί έξω, κάπου. Κι ο ίδιος ήταν ολοκληρωμένος ξανά.
20
Το Πέρασμα Τζανγκάι
Κάτω από την επιβλητική Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, ο Ραντ οδηγούσε τον Τζήντ’εν πάνω στην πετρώδη πλαγιά που άρχιζε από τους χαμηλούς λόφους στη ρίζα του Περάσματος Τζανγκάι. Το Δρακότειχος τρυπούσε τον ουρανό, κάνοντας τα υπόλοιπα βουνά να μοιάζουν νάνοι, και οι χιονοσκεπείς κορυφές του αψηφούσαν τον πυρωμένο απογευματινό ήλιο. Η ψηλότερη κορυφή του πεταγόταν πολύ πάνω από τα σύννεφα που περιγελούσαν την Ερημιά με υποσχέσεις μιας βροχής που δεν είχε έρθει ποτέ. Ο Ραντ δεν μπορούσε να φανταστεί ποιος και γιατί άραγε θα ήθελε να σκαρφαλώσει σ’ ένα βουνό, όμως λεγόταν ότι κάποιοι που είχαν προσπαθήσει να αναρριχηθούν σε κείνα τα ύψη, είχαν γυρίσει πίσω, παράλυτοι από φόβο και ανίκανοι να ανασάνουν. Δεν του φαινόταν απίστευτο ότι ίσως κάποιος να φοβόταν τόσο, που να μην μπορεί πια να ανασάνει, καθώς επιχειρούσε να αναρριχηθεί τόσο ψηλά.
«...παρ’ όλο όμως που οι Καιρχινοί είναι αφοσιωμένοι στο Παιχνίδι των Οίκων», έλεγε η Μουαραίν πάνω από τον ώμο του, «θα σε ακολουθούν, όσο ξέρουν ότι είσαι ισχυρός. Να είσαι αποφασιστικός μαζί τους, αλλά θα σου ζητούσα να είσαι επίσης δίκαιος. Ο ηγεμών που απονέμει αληθινή δικαιοσύνη...»
Ο Ραντ προσπαθούσε να την αγνοεί, όπως αγνοούσε και τους άλλους καβαλάρηδες, κι επίσης τα τριξίματα και τα μπουμπουνητά κον αμαξών του Καντίρ, που αγκομαχούσαν παραπίσω. Τα σαθρά φαράγγια και οι ξεροπόταμοι της Ερημιάς ήταν μακριά πίσω τους, όμως οι ανώμαλοι λόφοι που φύτρωναν και ψήλωναν από κει, σχεδόν εξίσου στέρφοι, δεν ήταν πολύ καλύτερο έδαφος για τις άμαξες. Είκοσι χρόνια είχε να διαβεί κανείς αυτό το μονοπάτι.