Η Μουαραίν του μιλούσε μ’ αυτόν τον τρόπο από τα χαράματα ως το ηλιοβασίλεμα, όποτε την άφηνε. Οι διαλέξεις της άλλοτε αφορούσαν σε μικρά πράγματα —λεπτομέρειες της συμπεριφοράς στην αυλή, παραδείγματος χάριν της Καιρχίν ή της Σαλδαίας ή αλλού― κι άλλοτε σε μεγάλα: στην πολιτική επιρροή των Λευκομανδιτών ή ίσως στην επίδραση που ασκούσε το εμπόριο στις αποφάσεις των κυβερνητών να κάνουν πόλεμο. Λες και σκόπευε να τον μορφώσει, όπως θα ήταν ή θα έπρεπε να είναι κάποιος αριστοκράτης, προτού εκείνος φτάσει στην άλλη πλευρά των βουνών. Ήταν εκπληκτικό το πόσο συχνά αυτά που έλεγε θύμιζαν αυτό που ο κόσμος στο Πεδίο του Έμοντ θα αποκαλούσε κοινή λογική. Κι επίσης πόσο συχνά ήταν αντίθετα σ’ αυτήν.
Μερικές φορές του έλεγε πράγματα που κατέπλησσαν· φερ’ ειπείν, ότι δεν θα έπρεπε να εμπιστεύεται καμία γυναίκα του Πύργου παρά μόνο την ίδια, την Εγκουέν, την Ηλαίην και τη Νυνάβε, όπως και η είδηση ότι τώρα Έδρα της Άμερλιν ήταν η Ελάιντα. Παρά τον όρκο που είχε δώσει πως θα τον υπάκουγε, δεν του έλεγε πώς το ήξερε. Έλεγε ότι ήταν επιλογή κάποιας άλλης να του το πει, κάποιας άλλης μυστικό, και η ίδια δεν μπορούσε να το σφετεριστεί. Ο Ραντ υποψιαζόταν ότι ήταν κάποια Σοφή ονειροβάτισσα, παρ’ όλο που εκείνες τον κοίταζαν κατάματα και αρνούνταν να πουν ναι ή όχι. Ευχόταν να μπορούσε να τις έβαζε κι αυτές να δώσουν τον όρκο της Μουαραίν· συνεχώς έμπαιναν ανάμεσα στους αρχηγούς και σ’ αυτόν, λες και ήθελαν να πηγαίνει πρώτα σ’ αυτές για να φτάσει στους αρχηγούς.
Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να σκεφτεί ούτε την Ελάιντα, ούτε τις Σοφές, ούτε ν’ ακούσει τη Μουαραίν. Τώρα ήθελε να εξετάσει το πέρασμα μπροστά του, το βαθύ χάσμα στα βουνά, που έστριβε σαν ένα στομωμένο τσεκούρι να είχε προσπαθήσει πολλές φορές να τα κόψει, χωρίς ποτέ να το κατορθώσει. Μερικά λεπτά σκληρής διαδρομής ακόμα και θα έφτανε εκεί.
Στη μια πλευρά του περάσματος, ένας απότομος γκρεμός είχε λειανθεί και σμιλευτεί σε πλάτος εκατό βημάτων, σχηματίζοντας ένα φίδι, φαγωμένο από τα στοιχεία της φύσεως, που κουλουριαζόταν γύρω από ένα ραβδί ύψους τριακοσίων ολόκληρων βημάτων· ήταν μνημείο ή σημάδι ή θυρεός κυβερνήτη και σίγουρα χρονολογούταν από κάποιο χαμένο έθνος πριν από τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο, ίσως πριν ακόμα από τους Πολέμους των Τρόλοκ. Ο Ραντ είχε ξαναδεί απομεινάρια εθνών χαμένων από καιρό· συχνά, ακόμα και η Μουαραίν δεν ήξερε από πού προέρχονταν.
Ψηλά στην άλλη μεριά, τόσο ψηλά, που δεν ήταν σίγουρος αν έβλεπε αυτό που νόμιζε ότι έβλεπε, λίγο κάτω από τη γραμμή του χιονιού, στεκόταν κάτι ακόμα πιο παράξενο. Κάτι που έκανε το προηγούμενο μνημείο των λίγων χιλιάδων ετών κάτι συνηθισμένο. Θα ορκιζόταν ότι ήταν τα απομεινάρια από ερειπωμένα κτήρια, με αστραφτερό γκρίζο χρώμα στο φόντο του σκούρου βουνού, και ακόμα πιο παράξενο, κάτι που έμοιαζε να είναι αποβάθρα από το ίδιο υλικό, όπως αυτές για τα πλοία, που έγερνε σαν μεθυσμένη στο βουνό. Αν δεν το φανταζόταν, πρέπει να είχε φτιαχτεί πριν από το Τσάκισμα. Η όψη του κόσμου είχε αλλάξει εντελώς εκείνα τα χρόνια. Μπορεί άλλοτε αυτό το μέρος να ήταν πυθμένας ωκεανού. Θα έπρεπε να ρωτήσει τον Ασμόντιαν. Ακόμα κι αν προλάβαινε, μάλλον δεν θα ήθελε να επιχειρήσει μια αναρρίχηση σε τέτοιο υψόμετρο για να το δει από κοντά.
Στη βάση του πελώριου φιδιού βρισκόταν το Τάιεν, μια πόλη μετρίου μεγέθους με ψηλά τείχη, απομεινάρι απ’ τον καιρό που στην Καιρχίν επιτρεπόταν να στέλνει καραβάνια στην Τρίπτυχη Γη, και που ο πλούτος κυλούσε από το Σάρα στην Οδό του Μεταξιού. Πάνω από την πόλη εμφανίζονταν πουλιά και σκούρες κηλίδες σε τακτά διαστήματα καθ’ όλο το μήκος των τειχών από γκρίζα πέτρα. Ο Ματ σηκώθηκε στους αναβολείς του Πιπς, σκιάζοντας τα μάτια του με το πλατύγυρο καπέλο και σμίγοντας τα φρύδια. Το σκληρό πρόσωπο του Λαν δεν πρόδιδε καμία έκφραση, φαινόταν όμως εξίσου προσηλωμένος· μια ριπή του ανέμου, που εδώ ήταν λιγάκι δροσερότερος, τίναξε γύρω του το μανδύα που άλλαζε χρώματα, και για μια στιγμή ολόκληρος, από τους ώμους ως τις μπότες, φάνηκε να γίνεται ένα με τους βραχώδεις λόφους και τους αραιούς αγκαθωτούς θάμνους.
«Μ’ ακούς;» είπε ξαφνικά η Μουαραίν, φέρνοντας πιο κοντά τη λευκή φοράδα της. «Πρέπει-!» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σε παρακαλώ, Ραντ. Υπάρχουν τόσα που πρέπει να σου πω, τόσα που πρέπει να γνωρίζεις».
Η ικετευτική χροιά της φωνής της τον έκανε να την κοιτάξει. Θυμόταν ακόμα που κάποτε η παρουσία της του προκαλούσε δέος. Τώρα έμοιαζε μικρόσωμη, παρά το βασιλικό φέρσιμό της. Τι βλακεία κι αυτή, να νιώθει προστατευτικά απέναντί της. «Έχουμε άφθονο χρόνο μπροστά μας, Μουαραίν», είπε καλοσυνάτα. «Δεν προσποιούμαι ότι ξέρω περισσότερα από σένα για τον κόσμο. Από δω και πέρα, σκοπεύω να σε έχω κοντά μου». Μόλις που αντιλήφθηκε πόσο μεγάλη αλλαγή ήταν αυτή από τον καιρό που εκείνη τον είχε κοντά της. «Όμως αυτή τη οτιγμή έχω κάτι άλλο στο νου μου».