«Φυσικά». Η Μουαραίν αναστέναξε. «Όπως επιθυμείς. Έχουμε ακόμα άφθονο χρόνο».
Ο Ραντ χτύπησε με τις φτέρνες τον σταχτή πιτσιλωτό επιβήτορα να αρχίσει ένα μαλακό καλπασμό, και οι άλλοι ακολούθησαν. Κι οι άμαξες επίσης έκαναν πιο γρήγορα, παρ’ όλο που δεν μπορούσαν να τους φτάσουν στην πλαγιά. Ο μανδύας ράβδου με τα χίλια μπαλώματα που φορούσε ο Ασμόντιαν —ο Τζέησιν Νατάελ― κυμάτισε πίσω του σαν το λάβαρο που μετέφερε, με το κοντάρι στηριγμένο στον αναβολέα του, το οποίο ήταν λαμπερό κόκκινο με το ασπρόμαυρο σύμβολο των αρχαίων Άες Σεντάι στο κέντρο. Το πρόσωπό του ήταν βλοσυρό· δεν του άρεσε καθόλου το ότι είχε αναγκαστεί να γίνει ο σημαιοφόρος. Μ’ αυτό το σημάδι θα κατακτούσε, έλεγε η Προφητεία του Ρουίντιαν, και ίσως να μην τρόμαζε τόσο τον κόσμο όσο το Λάβαρο του Δράκοντα, το λάβαρο του Λουζ Θέριν Τέλαμον, το οποίο είχε αφήσει να πετά πάνω από την Πέτρα του Δακρύου. Αυτό το σημάδι ελάχιστοι θα το γνώριζαν.
Οι κηλίδες στα τείχη του Τάιεν ήταν σώματα, παραμορφωμένα στις τελευταίες στιγμές της αγωνίας τους, πρησμένα στον ήλιο, κρεμασμένα από το λαιμό σε μια σειρά που έμοιαζε να περικλείει την πόλη. Τα πουλιά ήταν κοράκια με γυαλιστερό μαύρο φτέρωμα και όρνια με ρυπαρά κεφάλια και λαιμούς. Μερικά κοράκια κούρνιαζαν πάνω στα πτώματα και το γλεντούσαν, αδιαφορώντας για τους νεοφερμένους. Η αηδιαστικά γλυκιά οσμή της σαπίλας απλωνόταν στον ξερό αέρα, όπως και η δριμεία μυρωδιά καμένου. Οι πύλες, ενισχυμένες με σίδερο, έχασκαν ορθάνοιχτες μπροστά σε μια έκταση όλο αποκαΐδια, πέτρινα σπίτια λεκιασμένα από την καπνιά και πεσμένες στέγες. Τίποτα δεν σάλευε εκτός από τα πουλιά.
Σαν το Μαρ Ρόις. Προσπάθησε να διώξει τη σκέψη, όμως με το νου του έβλεπε τη μεγάλη πόλη αφότου την είχαν ανακαταλάβει, με τους πελώριους πύργους της μαυρισμένους να καταρρέουν, και τα αποκαΐδια από μεγάλες φωτιές σε κάθε διασταύρωση, όπου είχαν δέσει και πετάξει ζωντανούς στις φλόγες όσους είχαν αρνηθεί να ορκιστούν στη Σκιά. Ήξερε ποιου ανάμνηση ήταν αυτή, αν και δεν το είχε συζητήσει με τη Μουαραίν. Είμαι ο Ραντ αλ’Θόρ. Ο Λουζ Θέριν Τέλαμον είναι νεκρός εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Είμαι ο εαυτός μου! Αυτή τη μάχη σκόπευε να την κερδίσει. Αν ήταν να πεθάνει στο Σάγιολ Γκουλ, θα πέθαινε ως ο εαυτός του. Βίασε τις σκέψεις του να στραφούν αλλού.
Είχε περάσει μισός μήνας από τότε που είχε φύγει από το Ρουίντιαν. Μισός μήνας, αν και οι Αελίτες είχαν επιβάλει τέτοιο ρυθμό στο ταξίδι από την ανατολή ως τη δύση, που τα άλογα κουράζονταν. Όμως ο Κουλάντιν είχε ακολουθήσει αυτήν την πορεία μια βδομάδα προτού μάθει ο Ραντ το νέο. Αν δεν κατάφερναν να καλύψουν τη διαφορά, τότε ο Κουλάντιν θα είχε στη διάθεσή του αυτές τις μέρες για να ρημάξει την Καιρχίν προτού την έφτανε ο Ραντ. Και περισσότερες, μέχρι να νικηθεί το Σάιντο. Ούτε αυτές οι σκέψεις ήταν ευχάριστες.
«Κάποιος μας παρακολουθεί από τα βράχια στα αριστερά», είπε χαμηλόφωνα ο Λαν. Έμοιαζε να κοιτάζει εντελώς απορροφημένος τα απομεινάρια του Τάιεν. «Δεν είναι Αελίτης, αλλιώς αμφιβάλλω αν θα είχα δει έστω και μια κίνηση».
Ο Ραντ χάρηκε που είχε κάνει την Εγκουέν και την Αβιέντα να μείνουν με τις Σοφές. Η πόλη τού έδινε άλλον ένα λόγο, όμως ο παρατηρητής ταίριαζε με το αρχικό του σχέδιο, όταν έλπιζε ότι το Τάιεν θα γλίτωνε. Η Εγκουέν ακόμα φορούσε τα ίδια Αελίτικα ρούχα με την Αβιέντα και οι Αελίτες δεν θα ήταν καθόλου ευπρόσδεκτοι στο Τάιεν. Θα ήταν ακόμα λιγότερο ευπρόσδεκτοι ανάμεσα στους επιζήσαντες.
Κοίταξε πίσω του τις άμαξες που σταματούσαν λίγο πιο κάτω στην πλαγιά. Μουρμουρητά ακούγονταν από τους αμαξάδες τώρα, που έβλεπαν καθαρά την πόλη και τη διακόσμηση στα τείχη. Ο Καντίρ, με τον όγκο του ξανά ντυμένο στα λευκά σήμερα, σκούπισε μ’ ένα μεγάλο μαντήλι το πρόσωπό του με τη γερακίσια μύτη· φαινόταν ατάραχος κι απλώς σούφρωσε σκεφτικά τα χείλη.
Ο Ραντ περίμενε ότι η Μουαραίν θα αναγκαζόταν να βρει καινούριους αμαξάδες όταν περνούσαν το πέρασμα. Ο Καντίρ και οι άνθρωποί του μάλλον θα το έσκαγαν με την πρώτη ευκαιρία. Κι ο Ραντ θα αναγκαζόταν να τους αφήσει να φύγουν. Δεν ήταν σωστό —δεν ήταν δίκαιο― αλλά έπρεπε να προστατεύσει τον Ασμόντιαν. Πόσον καιρό έκανε το αναγκαίο κι όχι το σωστό; Σ’ έναν δίκαιο κόσμο, τα δύο θα ήταν ένα και το αυτό. Γέλασε όταν το σκέφτηκε, μ’ ένα βραχνό γελάκι. Δεν ήταν πια το χωριατόπαιδο που ήταν κάποτε, όμως το χωριατόπαιδο μερικές φορές παραμόνευε. Οι άλλοι τον κοίταξαν κι αυτός αντιστάθηκε στην παρόρμηση να τους πει ότι δεν είχε τρελαθεί ακόμα.