Выбрать главу

Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να φανούν από τα βράχια δυο άνδρες χωρίς σακάκι και μια γυναίκα, κουρελήδες και βρώμικοι και ξυπόλητοι. Πλησίασαν διστακτικά, με τα κεφάλια γερμένα ανήσυχα, τα μάτια να πετιούνται από τον έναν καβαλάρη στον άλλο, στις άμαξες και πάλι απ’ την αρχή, σαν να ήταν έτοιμη να το σκάσουν με την πρώτη φωνή. Τα κοκαλιάρικα μάγουλα και τα παραπαίοντα βήματα έδειχναν πείνα.

«Δόξα στο Φως», είπε τελικά ένας άνδρας. Ήταν γκριζομάλλης —κανείς από τους τρεις ανθρώπους δεν ήταν νεαρός― με το πρόσωπο γεμάτο βαθιές ρυτίδες. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή στον Ασμόντιαν, με τις πτυχές της δαντέλας στο γιακά και τα μανικέτια, αλλά ο αρχηγός αυτής της πομπής δεν θα ίππευε μουλάρι και δεν θα κουβαλούσε λάβαρο. «Δοξασμένο να ’ναι το Φως που βγήκες ζωντανός απ’ αυτούς τους φριχτούς τόπους, Άρχοντά μου». Μπορεί αυτή η προσφώνηση να οφειλόταν στο γαλάζιο μεταξωτό σακάκι του Ραντ, κεντημένο με χρυσάφι στους ώμους, ή στο λάβαρο ή σε απλή κολακεία. Όπως και να ’ταν, ο άνθρωπος αυτός δεν είχε λόγο να τους θεωρεί κάτι άλλο εκτός από εμπόρους, έστω και υπερβολικά καλοντυμένους. «Αυτοί οι άγριοι φονιάδες ξεσηκώθηκαν ξανά. Έχουμε πάλι Πόλεμο των Αελιτών. Πέρασαν βράδυ τα τείχη, προτού τους καταλάβουμε, σκότωσαν όσους σήκωσαν χέρι ν’ αντισταθούν, έκλεψαν ό,τι μπόρεσαν να σηκώσουν».

«Μέσα στη νύχτα;» είπε κοφτά ο Ματ. Με το καπέλο χαμηλά στο κεφάλι, περιεργαζόταν ακόμα την ερειπωμένη πόλη. «Κοιμούνταν οι σκοποί σας; Είχατε βάλει σκοπούς τόσο κοντά στον εχθρό σας; Ακόμα και οι Αελίτες θα δυσκολεύονταν να πλησιάσουν, αν είχατε καλές σκοπιές». Ο Λαν τον κοίταξε με επιδοκιμαστικό βλέμμα.

«Όχι, Άρχοντά μου». Ο γκριζομάλλης κοίταξε τον Ματ με έκπληξη και μετά απάντησε στον Ραντ. Το πράσινο σακάκι του Ματ ήταν καλοραμμένο και θα ταίριαζε σε αριστοκράτη, αλλά ήταν ξεκούμπωτο κι έδειχνε τσαλακωμένο, σαν να είχε κοιμηθεί φορώντας το. «Είχαμε... Είχαμε μονάχα ένα φύλακα σε κάθε πύλη. Έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που είδαμε κάποιον απ’ αυτά τα κτήνη. Αυτή τη φορά όμως... Ό,τι δεν έκλεψαν το έκαψαν κι εμάς μας οδήγησαν στη λιμοκτονία. βρωμερά ζώα! Δόξα στο Φως που ήρθες να μας σώσεις, Άρχοντά μου, αλλιώς θα πεθαίναμε όλοι εδώ. Εγώ είμαι ο Ταλ Νέθιν. Είμαι —ήμουν― σελοποιός. Ήμουν καλός τεχνίτης, Άρχοντά μου. Αυτή εδώ είναι η αδελφή μου η Άριλ, και ο άνδρας της ο Άντερ Κορλ. Φτιάχνει καλές μπότες».

«Κλέψανε κι ανθρώπους, Άρχοντά μου», είπε η γυναίκα με φωνή τραχιά. Ήταν κάπως νεότερη από τον αδελφό της και μπορεί κάποτε να ήταν όμορφη, αλλά οι ταλαιπωρίες και οι έγνοιες είχαν χαράξει γραμμές στο πρόσωπό της, που, όπως ο Ραντ υποψιαζόταν, δεν θα χάνονταν ποτέ. Ο σύζυγός της είχε ένα χαμένο βλέμμα, σαν να μην ήταν σίγουρος πού βρισκόταν. «Την κόρη μου, Άρχοντά μου, και τον γιο μου. Πήραν όλα τα μικρά, όσα ήταν πάνω από δεκάξι, και μερικά που ’χαν τα διπλά και παραπάνω χρόνια. Είπαν ότι ήταν γκάι-κάτι, και τους έγδυσαν εκεί στο δρόμο και τους πήραν σαν κοπάδι. Άρχοντά μου, μήπως μπορείς να...;» Η φωνή της έσβησε, τα μάτια της έκλεισαν, καθώς αντιλαμβανόταν ότι αυτό ήταν αδύνατο, και τρέκλισε. Ήταν ελάχιστες οι πιθανότητες να ξαναδεί ποτέ τα παιδιά της.

Η Μουαραίν κατέβηκε ακαριαία από τη σέλα της και βρέθηκε στο πλευρό της Άριλ. Η ταλαιπωρημένη γυναίκα άφησε μια κοφτή κραυγούλα, όταν την άγγιξαν τα χέρια της Άες Σεντάι, και ρίγησε από την κορφή ως τα νύχια. Το απορημένο βλέμμα της στράφηκε με μια βουβή ερώτηση στη Μουαραίν, όμως η Μουαραίν απλώς την αγκάλιασε, στηρίζοντάς την.

Ο σύζυγός της ξαφνικά έμεινε με το στόμα ανοιχτό, κοιτώντας την επίχρυση πόρπη του Ραντ, το δώρο της Αβιέντα. «Τα χέρια του ήταν σημαδεμένα με κάτι σαν αυτό. Σαν αυτό. Πλεγμένο, σαν το φίδι του γκρεμού».

Ο Ταλ κοίταξε αβέβαια τον Ραντ. «Ο αρχηγός των βαρβάρων, Άρχοντα μου. Είχε —είχε τέτοια σημάδια στα χέρια. Φορούσε τα παράξενα ρούχα που φοράνε όλοι, όμως είχε τα μανίκια κομμένα, και φρόντισε να τα δούνε όλοι».

«Ένα δώρο που έλαβα στην Ερημιά», είπε ο Ραντ. Πρόσεξε να κρατήσει τα χέρια του ασάλευτα στο μπροστάρι της σέλας του· τα μανίκια του έκρυβαν και τους δικούς του Δράκοντες, με εξαίρεση τα κεφάλια, τα οποία, αν κοίταζες καλά, θα τα έβλεπες στη ράχη των χεριών του. Η Άριλ δεν αναρωτιόταν πια τι είχε κάνει η Μουαραίν, και οι τρεις τους έμοιαζαν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια. «Πότε έφυγαν;»

«Έξι μέρες, Άρχοντά μου», είπε ανήσυχα ο Ταλ. «Μια νύχτα και μια μέρα έκαναν ό,τι ήταν να κάνουν, και την άλλη έφυγαν. Θα ’πρεπε να ’χαμε φύγει κι εμείς, αλλά, αν τους συναντούσαμε στο γυρισμό τους; Σίγουρα στο Σέλεαν θα τους σταματήσουν και θα τους γυρίσουν πίσω, ε;» Ήταν η πόλη στην άλλη άκρη του περάσματος. Ο Ραντ αμφέβαλλε για το ότι τώρα το Σέλεαν ήταν σε καλύτερη κατάσταση από το Τάιεν.