Выбрать главу

«Πόσοι επιζώντες υπάρχουν εκτός από σας τους τρεις;»

«Καμιά εκατοστή, Άρχοντά μου. Μπορεί και παραπάνω. Κανένας δεν μέτρησε».

Ξαφνικός θυμός ξέσπασε μέσα του, αν και προσπάθησε να τον συγκρατήσει. «Είστε εκατό;» Η φωνή του ήταν σαν παγωμένο σίδερο. «Και πέρασαν έξι μέρες; Τότε, γιατί έχουν αφεθεί οι νεκροί σας στα κοράκια; Γιατί τα πτώματα στολίζουν ακόμα τα τείχη της πόλης σας; Είναι δικοί σας άνθρωποι αυτοί που γεμίζουν τα ρουθούνια σας με τη δυσωδία τους!» Οι τρεις αγκαλιάστηκαν και οπισθοχώρησαν από το άλογό του.

«Φοβόμασταν, Άρχοντά μου», είπε βραχνά ο Ταλ. «Έφυγαν, αλλά μπορεί να γυρνούσαν. Και μας είπε... Εκείνος με τα σημάδια στα χέρια μάς είπε να μην ακουμπήσουμε τίποτα».

«Ένα μήνυμα», είπε με άτονη φωνή ο Άντερ. «Τους έβγαλε για να κρεμαστούν, και τους έβαζε στη σειρά, μέχρι που μάζεψε αρκετούς για να γεμίσουν τα τείχη. Άνδρες, γυναίκες, δεν τον ένοιαζε». Η ματιά του ήταν καρφωμένη στην πόρπη του Ραντ. «Είπε ότι ήταν μήνυμα για κάποιον άνδρα που θα τον ακολουθούσε. Είπε ότι ήθελε να μάθει αυτός ο άνδρας... να μάθει τι θα έκαναν στην άλλη μεριά της Ραχοκοκαλιάς. Είπε... Είπε ότι θα έκανε χειρότερα σ’ αυτόν τον άνδρα».

Ξαφνικά τα μάτια της Άριλ πλάτυναν, και οι τρεις τους έμειναν να χάσκουν για μια στιγμή κοιτώντας πέρα από τον Ραντ. Και μετά, ουρλιάζοντας, γύρισαν κι έτρεξαν. Μαυρόπεπλοι Αελίτες υψώθηκαν από τα βράχια, όπου κρύβονταν προηγουμένως οι τρεις, κι αυτοί χίμηξαν προς άλλη κατεύθυνση. Πεπλοφορεμένοι Αελίτες φάνηκαν κι εκεί επίσης, και οι τρεις σωριάστηκαν στο έδαφος, κλαψουρίζοντας αγκαλιασμένοι, καθώς τους περικύκλωναν. Το πρόσωπο της Μουαραίν ήταν ψυχρό και ήρεμο, όμως το βλέμμα της δεν έδειχνε γαλήνη.

Ο Ραντ στριφογύρισε στη σέλα. Ο Ρούαρκ και ο Ντηάρικ ανέβαιναν την πλαγιά, κατεβάζοντας τα πέπλα και ξετυλίγοντας τα σούφα από το κεφάλι τους. Ο Ντηάρικ ήταν πιο χοντροκαμωμένος από τον Ρούαρκ, με μακριά μύτη και άσπρες πινελιές στα χρυσά μαλλιά του. Είχε φέρει το Ρέυν Άελ, όπως ακριβώς είχε πει ο Ρούαρκ ότι θα έκανε.

Ο Τίμολαν και οι Μιαγκόμα του ακολουθούσαν από το βορρά πορεία παράλληλη με την ομάδα του Ραντ, ανταλλάσσοντας περιστασιακά μηνύματα, αλλά χωρίς να φανερώνουν τις προθέσεις τους. Το Κοντάρα και το Σιάντε και το Νταράυν ήταν ακόμα κάπου προς τα ανατολικά· τους ακολουθούσαν, έτσι έλεγαν η Άμυς και οι άλλες, έχοντας ονειρομιλήσει με τις Σοφές τους, αλλά αργά. Εκείνες οι Σοφές δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για τους σκοπούς των αρχηγών τους, όπως κι ο Ραντ δεν ήξερε για τον Τίμολαν.

«Ήταν ανάγκη αυτό;» είπε ο Ραντ, καθώς οι δύο αρχηγοί τον πλησίαζαν. Αυτός είχε τρομάξει πρώτος εκείνους τους ανθρώπους, αλλά για συγκεκριμένο σκοπό και δεν τους είχε κάνει να πιστέψουν πως θα πέθαιναν.

Ο Ρούαρκ απλώς σήκωσε τους ώμους και ο Ντηάρικ είπε, «Βάλαμε δόρατα γύρω απ’ αυτό το φρούριο χωρίς να μας δουν, όπως επιθυμούσες, και δεν υπήρχε λόγος να περιμένουμε, αφού δεν έμεινε κανείς εδώ να χορέψει τα δόρατα. Στο κάτω-κάτω, είναι δενδροφονιάδες και τίποτα παραπάνω».

Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήξερε ότι μπορεί αυτό να αποτελούσε εξίσου μεγάλο πρόβλημα όσο κι ο Κουλάντιν, κατά κάποιον τρόπο. Σχεδόν πριν από πεντακόσια χρόνια, οι Αελίτες είχαν προσφέρει στην Καιρχίν ένα δενδρύλλιο, ένα φυντάνι του Αβεντεσόρα, και μαζί το δικαίωμα, που δεν είχαν δώσει σε κανένα άλλο έθνος, να εμπορεύονται στο Σάρα περνώντας από την Τρίπτυχη Γη. Δεν είχαν πει για ποιο λόγο —δεν τους άρεσαν πολύ οι υδρόβιοι― αλλά ήταν υποχρέωση των Αελιτών, όπως όριζε το τζι’ε’τόχ. Στο πολύχρονο ταξίδι τους, που είχε καταλήξει στην Ερημιά, μονάχα ένας λαός δεν τους είχε επιτεθεί, μονάχα ένας τους είχε προσφέρει νερό δίχως όρους, όταν ο κόσμος είχε αρχίσει να καίγεται. Και, επιτέλους, είχαν βρει τους απογόνους εκείνου του λαού. Τους Καιρχινούς.

Επί πεντακόσια χρόνια, τα πλούτη έρεαν στην Καιρχίν μαζί με τα μετάξια και με το φίλντισι. Πεντακόσια χρόνια, και το Αβεντοραλντέρα φύτρωνε στην Καιρχίν. Και τότε ο Βασιλιάς Λάμαν έκοψε το δένδρο για να φτιάξει θρόνο. Τα έθνη ήξεραν γιατί οι Αελίτες είχαν περάσει τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου πριν από είκοσι χρόνια —το αποκαλούσαν Αμαρτία του Λάμαν και Περηφάνια του Λάμαν― όμως λίγοι ήξεραν ότι για τους Αελίτες δεν ήταν πόλεμος. Τέσσερις φατρίες είχαν έρθει να βρουν έναν επίορκο και, μόλις τον δολοφόνησαν, επέστρεψαν στην Τρίπτυχη Γη. Όμως η περιφρόνηση τους για τους δενδροφονιάδες, για τους επίορκους, δεν είχε σβήσει ποτέ. Η Μουαραίν ήταν Άες Σεντάι κι αυτό αντιστάθμιζε το ότι ήταν Καιρχινή, αλλά ο Ραντ δεν ήταν ποτέ σίγουρος για το πόσο ακριβώς.