«Λυτοί οι άνθρωποι δεν πάτησαν κανέναν όρκο», τους είπε. «Βρείτε τους άλλους· ο σελοποιός λέει ότι είναι περίπου εκατό. Με το μαλακό. Αν μας παρακολουθούσε κάποιος από αυτούς, τώρα πιθανότατα θα έχουν πάρει τα βουνά». Οι δύο Αελίτες έκαναν να γυρίσουν, και ο Ραντ πρόσθεσε, «Ακούσατε τι μου είπαν; Τι γνώμη έχετε γι’ αυτό που έκανε εδώ ο Κουλάντιν;»
«Σκότωσαν περισσότερους απ’ όσους έπρεπε», είπε ο Ντηάρικ, κουνώντας αηδιασμένος το κεφάλι. «Σαν μαύρες νυφίτσες που βρήκαν φωλιά βραχόχηνας σε ξεροπόταμο». Το να σκοτώσεις είναι εξίσου εύκολο με το να πεθάνεις, έλεγαν οι Αελίτες· κάθε βλάκας μπορεί να τα κάνει και τα δύο.
«Και το άλλο; Που πήραν αιχμαλώτους. Γκαϊ’σάιν».
Ο Ρούαρκ και ο Ντηάρικ κοιτάχτηκαν, και το στόμα του Ντηάρικ σφίχτηκε. Προφανώς το είχαν ακούσει κι ένιωθαν αμηχανία. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να κάνεις έναν Αελίτη να νιώσει αμηχανία.
«Δεν μπορεί να έγινε τέτοιο πράγμα», είπε στο τέλος ο Ρούαρκ. «Αν έγινε... Το να είσαι γκαϊ’σάιν αφορά στο τζι’ε’τόχ. Δεν μπορείς να κάνεις γκαϊ’σάιν κάποιον που δεν ακολουθεί το τζι’ε’τόχ, αλλιώς θα ήταν απλώς ανθρώπινα ζώα, όπως έχουν στο Σάαραντ».
«Ο Κουλάντιν έχει εγκαταλείψει το τζι’ε’τόχ». Ο Ντηάρικ το είπε με τον τόνο που θα έλεγε ότι οι πέτρες έβγαλαν φτερά.
Ο Ματ έκανε τον Πιπς να πλησιάσει πιο κοντά, με κινήσεις των γονάτων του. Πάντα ήταν μέτριος αναβάτης, μερικές φορές όμως, όταν σκεφτόταν κάτι άλλο, ίππευε λες και είχε γεννηθεί σε ράχη αλόγου. «Αυτό σας ξαφνιάζει; Μετά απ’ όσα έχει ήδη κάνει; Ο άνθρωπος θα έκλεβε στα ζάρια ακόμα κι αν έπαιζε με τη μητέρα του».
Τα μάτια τους τον κοίταξαν ανέκφραστα, σαν γαλάζιες πέτρες. Κατά πολλούς τρόπους, οι Αελίτες ήταν το τζι’ε’τόχ. Και τον Κουλάντιν, ό,τι άλλο κι αν ήταν, τον έβλεπαν ακόμα ως Αελίτη. Πρώτα η σέπτα και μετά η φατρία, πρώτα η φατρία και μετά οι ξένοι, αλλά πρώτα το Άελ και μετά οι υδρόβιοι.
Μερικές Κόρες ήρθαν κοντά τους, η Ενάιλα και η Τζόλιεν και η Αντελίν, και η νευρώδης ασπρομάλλα η Σούλιν, που την είχαν διαλέξει για στεγοκυρά της Στέγης της Κόρης στο Ρουίντιαν. Είχε πει στις Κόρες που είχαν μείνει εκεί να διαλέξουν άλλη, και τώρα οδηγούσε τις Κόρες εδώ. Ένιωσαν τη διάθεση των άλλων και δεν είπαν τίποτα, μόνο έχωσαν καρτερικά τις αιχμές των δοράτων τους στο χώμα. Οι Αελίτες όταν ήθελαν μπορούσαν να κάνουν τους βράχους να φανούν ανυπόμονοι.
Ο Λαν έσπασε τη σιωπή. «Αν ο Κουλάντιν περιμένει ότι θα τον ακολουθήσετε, μπορεί να έχει αφήσει καμιά έκπληξη κάπου στο πέρασμα. Εκατό άνδρες μπορούν να φρουρήσουν τα στενά μπροστά σε μια στρατιά. Χίλιοι...»
«Τότε θα στρατοπεδεύσουμε εδώ», είπε ο Ραντ, «και θα στείλουμε ανιχνευτές να βεβαιωθούμε ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός. Ντουάντε Μάχντι’ιν;»
«Αναζητητές Νερού», συμφώνησε ο Ντηάρικ, ευχαριστημένος. Αυτή ήταν η κοινωνία του προτού γίνει αρχηγός φατρίας.
Η Σούλιν και οι άλλες Κόρες κοίταξαν ανέκφραστα τον Ραντ, καθώς ο αρχηγός των Ρέυν κατηφόριζε. Τις τρεις τελευταίες μέρες διάλεγε ανιχνευτές από άλλες κοινωνίες, όταν είχε αρχίσει να νιώθει φόβο για το τι επρόκειτο να βρει εδώ, και είχε την αίσθηση ότι οι Κόρες ήξεραν ότι δεν το έκανε απλώς επειδή ήταν η σειρά των άλλων. Προσπάθησε να αγνοήσει τα βλέμματα τους. Το βλέμμα της Σούλιν ήταν πιο δύσκολο να το αποφύγει· αυτή η γυναίκα μπορούσε να σπάσει πέτρες με εκείνα τα ανοιχτογάλανα μάτια.
«Ρούαρκ, όταν βρεθούν οι επιζώντες, φρόντισε να φάνε. Και να τους φερθούν καλά. Θα τους πάρουμε μαζί μας». Κάτι τράβηξε το βλέμμα του στο τείχος της πόλης. Κάποιοι Αελίτες με τα κυρτά κεράτινα τόξα τους σκότωναν κοράκια. Μερικές φορές οι Σκιογέννητοι χρησιμοποιούσαν κοράκια και άλλα πτωματοφάγα ζώα ως κατασκόπους· Μάτια της Σκιάς, έτσι τα ονόμαζαν οι Αελίτες. Τα πουλιά εκείνα έτρωγαν με τόση λύσσα που σταματούσαν μονάχα όταν τα κάρφωνε το βέλος, όμως οι φρόνιμοι άνθρωποι δεν έπαιρναν αψήφιστα ούτε τα κοράκια ούτε τα ποντίκια. «Και φροντίστε να ταφούν οι νεκροί». Τουλάχιστον εδώ το σωστό και το αναγκαίο ήταν ένα.
21
Το Δώρο Μιας Λεπίδας
ο στρατόπεδο στήθηκε γρήγορα, στην αρχή του Περάσματος Τζανγκάι, αν και μακριά από το Τάιεν, και αγκάλιασε τους λόφους γύρω από τα μονοπάτια που οδηγούσαν εκεί, ανάμεσα στις διάσπαρτες βάτες, ακόμα και τις πλαγιές των βουνών. Όχι πως φαινόταν τίποτα εκτός απ’ ό,τι βρισκόταν μέσα στο πέρασμα· οι Αελίτικες σκηνές γίνονταν ένα με το βραχώδες έδαφος, τόσο πετυχημένα, που μπορεί να μην τις πρόσεχες, ακόμα κι όταν ήξερες τι έψαχνες και πού ήταν. Εκεί, στους λόφους, οι Αελίτες στρατοπέδευαν κατά φατρίες, μέσα στο ίδιο το πέρασμα όμως σχημάτισαν ομάδες κατά κοινωνία. Περισσότερες ήταν οι Κόρες, όμως και οι κοινωνίες των ανδρών έστειλαν αντιπροσώπους τους, πενήντα περίπου η καθεμία, απλώνοντας σκηνές ψηλά πάνω από τα ερείπια του Τάιεν, σε στρατόπεδα που είχαν μια κάποια απόσταση μεταξύ τους. Όλοι καταλάβαιναν ή νόμιζαν ότι καταλάβαιναν πως οι Κόρες κρατούσαν την τιμή του Ραντ, όμως όλες οι κοινωνίες ήθελαν να φυλάσσουν τον Καρ’α’κάρν.