Η Μουαραίν —και ο Λαν, φυσικά― πήγαν να τακτοποιήσουν τις άμαξες του Καντίρ, λίγο πιο κάτω από την πόλη· η Μουαραίν πρόσεχε το φορτίο τους όσο πρόσεχε και τον Ραντ. Οι οδηγοί μουρμούριζαν κι έβριζαν για τη μυρωδιά της πόλης κι απέστρεφαν το βλέμμα από τους Αελίτες, που κατέβαζαν τα πτώματα από τα τείχη, όμως, μετά τους μήνες που είχαν περάσει στην Ερημιά, φαινόταν να τους αρέσει που ήταν κοντά έστω και σε απομεινάρια πολιτισμού, όπως τα θεωρούσαν.
Οι γκαϊ’σάιν έστηναν τις σκηνές των Σοφών —της Άμυς και της Μπάιρ και της Μελαίν― χαμηλότερα από την πόλη, πάνω στο σβησμένο μονοπάτι που έβγαζε από τους λόφους. Ο Ραντ ήταν βέβαιος ότι θα έλεγαν πως είχαν διαλέξει το σημείο ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τις αναρίθμητες δεκάδες Σοφές πιο κάτω, αλλά δεν θεωρούσε σύμπτωση το γεγονός ότι όποιος ανηφόριζε το λόφο θα έπρεπε να περάσει ανάμεσά ή γύρω από τις σκηνές τους για να τον φτάσει. Ξαφνιάστηκε λίγο όταν είδε τη Μελαίν να δίνει οδηγίες στις λευκοντυμένες φιγούρες. Είχε παντρευτεί τον Μπάελ μόλις πριν από τρεις νύχτες σε μια τελετή, με την οποία είχε γίνει σύζυγός του και πρωταδελφή της άλλης συζύγου του, της Ντορίντα. Απ’ ό,τι φαινόταν, αυτό ήταν εξίσου σημαντικό με το γάμο· η Αβιέντα είχε σοκαριστεί βλέποντας τον Ραντ να απορεί, ή μπορεί να είχε θυμώσει.
Όταν η Εγκουέν έφτασε καβάλα στη γκρίζα φοράδα της με την Αβιέντα να κάθεται πίσω της, με τις φαρδιές τους φούστες ανεβασμένες πάνω από τα γόνατα, έμοιαζαν σαν ταιριαστό ζευγάρι, παρά τη διαφορά στο χρώμα και στο ύψος —η Αβιέντα μπορούσε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο της Εγκουέν χωρίς να τεντωθεί― όπως επίσης φορούσε η καθεμιά ένα φιλντισένιο βραχιόλι και ένα περιδέραιο. Το κατέβασμα των κρεμασμένων πτωμάτων ουσιαστικά μόλις είχε αρχίσει. Τα περισσότερα κοράκια κείτονταν νεκρά και δέσμες από μαύρα πούπουλα είχαν γεμίσει το έδαφος, ενώ τα υπόλοιπα είχαν φύγει, αλλά τα όρνια, μπουχτισμένα, δεν μπορούσαν να πετάξουν, και περπατούσαν μπατάροντας στις στάχτες μέσα από τα τείχη.
Ο Ραντ ευχήθηκε να μπορούσε να τις σώσει από το θέαμα, όμως, προς έκπληξή του, οι δύο γυναίκες δεν έτρεξαν να κάνουν εμετό. Δεν περίμενε βέβαια κάτι τέτοιο από την Αβιέντα· είχε αντικρίσει πολλές φορές το θάνατο, πολλές φορές τον είχε αντιμετωπίσει, και το πρόσωπό της έμεινε ατάραχο. Όμως δεν περίμενε τον οίκτο που έδειξε το βλέμμα της Εγκουέν, καθώς κοίταζε τα πρησμένα πτώματα που κατέβαζαν οι άλλοι.
Η Εγκουέν πλησίασε με τη Μιστ κι έγειρε για να τον πιάσει από το μπράτσο. «Λυπάμαι πολύ, Ραντ. Δεν υπήρχε τρόπος να το σταματήσεις».
«Το ξέρω», της είπε. Δεν ήξερε καν ότι υπήρχε πόλη εδώ μέχρι που το είχε αναφέρει τυχαία ο Ρούαρκ πριν από πέντε μέρες —στα συμβούλια με τους αρχηγούς συζητούσαν αν μπορούσαν να καλύψουν μεγαλύτερη απόσταση μέσα σε μια μέρα, ή τι θα έκανε ο Κουλάντιν όταν θα έβγαινε από το Τζανγκάι― και στο μεταξύ οι Σάιντο είχαν ξεμπερδέψει από δω και είχαν φύγει. Αρκετά είχε βρίσει τον εαυτό του τότε.
«Πάντως να το θυμάσαι. Δεν ήταν δικό σου το φταίξιμο». Ξεκίνησε με τη Μιστ, και προτού καν απομακρυνθεί, είχε αρχίσει να της μιλάει. «Χαίρομαι που το παίρνει τόσο καλά. Έχει τη συνήθεια να νιώθει ένοχος για πράγματα που δεν είναι στο χέρι του».
«Οι άνδρες πάντα πιστεύουν ότι όλα είναι στο χέρι τους», απάντησε η Αβιέντα. «Όταν δουν ότι δεν είναι έτσι, τότε νομίζουν ότι απέτυχαν, αντί να μάθουν την απλή αλήθεια που ήδη γνωρίζουν οι γυναίκες».
Η Εγκουέν χαχάνισε. «Αυτή είναι η απλή αλήθεια. Μόλις είδα αυτούς τους καημένους, φαντάστηκα ότι θα τον έβρισκα να κάνει κάπου εμετό».
«Τόσο ευαίσθητο στομάχι έχει; Θα...»
Οι φωνές τους χάθηκαν, καθώς η φοράδα προχωρούσε. Ο Ραντ ορθώθηκε στη σέλα, κοκκινίζοντας. Προσπαθούσε να κρυφακούσει τι έλεγαν· φερόταν σαν βλάκας. Η σκέψη όμως δεν τον εμπόδισε να στείλει μια άγρια ματιά στις πλάτες τους που απομακρύνονταν. Αναλάμβανε μόνο την ευθύνη που του αναλογούσε, έστω κι αν το έκρινε μόνος του. Μόνο για τα πράγματα για τα οποία μπορούσε να κάνει κάτι. Και για τα οποία θα έπρεπε να κάνει κάτι. Δεν του άρεσε να μιλούν γι’ αυτόν. Πίσω από την πλάτη του ή κάτω από τη μύτη του. Το Φως μόνο ήξερε τι έλεγαν.