Выбрать главу

Αφίππευσε και οδήγησε τον Τζήντ’εν ψάχνοντας για τον Ασμόντιαν, που περιπλανιόταν κάπου. Ύστερα από τόσες μέρες στη σέλα, ήταν ωραίο να περπατάς. Στο πέρασμα έστηναν ομάδες-ομάδες τις σκηνές· οι βουνοπλαγιές και οι γκρεμοί σχημάτιζαν φοβερά φυσικά εμπόδια, αλλά και πάλι οι Αελίτες παρατάσσονταν σαν να περίμεναν επίθεση και από κει. Είχε προσπαθήσει να περπατήσει μαζί με τους Αελίτες, αλλά έπειτα από μισή μέρα είχε ξανανέβει στο άλογο. Ακόμα κι έφιππος, με δυσκολία τους πρόφταινε· όταν έβαζαν τα δυνατά τους οι Αελίτες, ακόμα και τα άλογα κουράζονταν.

Κι ο Ματ είχε επίσης ξεπεζέψει και είχε γονατίσει με τα γκέμια στο ένα χέρι και το δόρυ με το μαύρο κοντάρι στο άλλο, κάθετα στα γόνατά του, κοιτώντας τις ανοιχτές πύλες, μελετώντας την πόλη και μουρμουρίζοντας, ενώ ο Πιπς μασουλούσε μια βάτο. Ο Ματ μελετούσε, δεν χάζευε απλώς. Από πού είχε έρθει το σχόλιο περί φρουρών; Ο Ματ τώρα πια έλεγε παράξενα πράγματα φορές-φορές, μετά την πρώτη επίσκεψή τους στο Ρουίντιαν. Ο Ραντ ευχόταν να είχε ο Ματ τη διάθεση να μιλήσει γι’ αυτό που του είχε συμβεί, όμως εκείνος ακόμα αρνιόταν ότι είχε γίνει οτιδήποτε, παρά το μενταγιόν με την ασημένια αλεπουδοκεφαλή, το δόρυ και την ουλή ολόγυρα στο λαιμό του. Η Μελίντρα, η Κόρη του Σάιντο, με την οποία είχε πιάσει φιλίες ο Ματ, ήταν πιο πέρα και τον παρακολουθούσε, ώσπου ήρθε η Σούλιν για να τη στείλει σε κάποιο θέλημα. Ο Ραντ αναρωτήθηκε αν ο Ματ γνώριζε ότι οι Κόρες έβαζαν στοιχήματα για το αν η Μελίντρα θα εγκατέλειπε το δόρυ για χάρη του. Κι επίσης για το αν θα του μάθαινε να τραγουδά ― όμως είχαν γελάσει όταν ο Ραντ ρώτησε τι σήμαινε αυτό.

Ο ήχος της μουσικής τον βοήθησε να βρει τον Ασμόντιαν, που καθόταν μονάχος σε μια γρανιτένια προεξοχή με την άρπα στο γόνατο. Είχε χώσει τον ιστό του πορφυρού λάβαρου στο σκληρό έδαφος και είχε δέσει εκεί το μουλάρι. «Βλέπεις, Άρχοντα Δράκοντα», είπε κεφάτα, «ο σημαιοφόρος σου εκτελεί πιστά τα καθήκοντά του». Η φωνή και η έκφραση του άλλαξαν και είπε, «Αφού θες αυτό το πράγμα μαζί σου, γιατί δεν δίνεις να στο κουβαλά ο Ματ ή ο Λαν; Ή η Μουαραίν, γιατί όχι; Μετά χαράς θα κρατούσε το λάβαρό σου και θα σου γυάλιζε τις μπότες. Να την προσέχεις. Είναι πανούργα. Όταν μια γυναίκα λέει ότι θα σε υπακούει, με δική της πρωτοβουλία, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κοιμάσαι με το ένα μάτι ανοιχτό και να φυλάς τα νώτα σου».

«Το μεταφέρεις εσύ επειδή εσένα διάλεξα, αφέντη Τζέησιν Νατάελ». Ο Ασμόντιαν τινάχτηκε και κοίταξε ολόγυρα, αν και όλοι ήταν μακριά και απασχολημένοι με τις δουλειές τους, και δεν θα τους άκουγαν. Και πάντως μόνο αυτοί οι δύο θα καταλάβαιναν. «Τι ξέρεις για τα ερείπια κοντά στα χιόνια; Μάλλον προέρχονται από την Εποχή των Θρύλων».

Ο Ασμόντιαν ούτε καν σήκωσε το βλέμμα στο βουνό. «Αυτός ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ από εκείνον, στον οποίο... έπεσα να κοιμηθώ». Μιλούσε επιφυλακτικά, και ανατρίχιασε λιγάκι. «Ό,τι ξέρω γι’ αυτό που βρίσκεται εδώ, το έμαθα αφότου ξύπνησα». Ο θρήνος της «Προέλασης του Θανάτου» αναδυόταν από την άρπα του. «Θα μπορούσε να είναι ό,τι απέμεινε από την πόλη που γεννήθηκα. Η Σορέλ ήταν λιμάνι».

Ο ήλιος ήθελε άλλη μια ώρα μέχρι να τον κρύψει η Ραχοκοκαλιά του Κόσμου· τόσο κοντά στα ψηλά βουνά, η νύχτα έπεφτε νωρίς. «Είμαι πολύ κουρασμένος και δεν αντέχω άλλη μια συζήτηση απόψε». Έτσι έλεγαν δημοσίως τα μαθήματα του Ασμόντιαν, ακόμα κι όταν δεν ήταν κανείς κοντά τους. Από τη μια ήταν η εξάσκηση που έκανε με τον Λαν ή με τον Ρούαρκ, από την άλλη τα μαθήματα αυτά, κι έτσι του έμενε ελάχιστος χρόνος για ύπνο από τότε που είχαν φύγει από το Ρουίντιαν. «Πήγαινε στη σκηνή σου όταν είσαι έτοιμος, και θα σε δω το πρωί. Με το λάβαρο». Δεν υπήρχε κανείς άλλος για να το κουβαλά το άτιμο. Ίσως έβρισκε κάποιον στην Καιρχίν.

Καθώς γυρνούσε να φύγει, ο Ασμόντιαν γρατσούνισε κάτι κακόφωνο και είπε, «Δεν θα υφάνεις πυρωμένα δίχτυα γύρω από τη σκηνή μου απόψε; Με εμπιστεύεσαι τελικά;»

Ο Ραντ κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Σε εμπιστεύομαι σαν αδελφό. Ως τη μέρα που θα με προδώσεις. Σου έχω δώσει αναστολή για τις πράξεις σου με αντάλλαγμα τη διδασκαλία σου, παρ’ όλο που δεν αξίζεις τέτοια ευνοϊκή μεταχείριση, αλλά, αν τα βάλεις μαζί μου, θα τα ξεχάσω όλα και θα σε λιώσω». Ο Ασμόντιαν άνοιξε το στόμα, ο Ραντ όμως τον πρόλαβε. «Εγώ μιλάω, Νατάελ. Ο Ραντ αλ’Θόρ. Στους Δύο Ποταμούς δεν μας αρέσουν όσοι πάνε να μας τη φέρουν πισώπλατα».

Ενοχλημένος, τράβηξε τα γκέμια του σταχτιού αλόγου του κι έφυγε, προτού μπορέσει ο άλλος να πει τίποτα. Δεν ήξερε αν ο Ασμόντιαν είχε την υπόνοια ότι ένας νεκρός προσπαθούσε να τον καταλάβει, αλλά δεν έπρεπε να του δημιουργεί υποψίες. Ο Ασμόντιαν ήταν σίγουρος ότι όλα αυτά ήταν μάταια· αν του έμπαιναν ιδέες ότι ο Ραντ δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του μυαλού του, ότι ίσως τρελαινόταν, τότε ο Αποδιωγμένος θα τον εγκατέλειπε την ίδια στιγμή, και ο Ραντ είχε πολλά να μάθει ακόμα.