Выбрать главу

Οι λευκοντυμένοι γκαϊ’σάιν έστηναν τη σκηνή του υπό την επίβλεψη της Αβιέντα, πιο μέσα από το στόμιο του περάσματος, με το πελώριο σκαλισμένο φίδι να ορθώνεται από πάνω. Οι γκαϊ’σάιν είχαν τις δικές τους σκηνές, τις οποίες όμως θα έφτιαχναν τελευταίες. Η Αντελίν και καμιά δωδεκαριά Κόρες κάθονταν οκλαδόν εκεί κοντά, παρακολουθώντας, έτοιμες να φυλάξουν τον ύπνο του. Παρ’ όλο που κάθε βράδυ στρατοπέδευαν γύρω του χίλιες Κόρες, πάλι έβαζαν σκοπιά στη σκηνή του.

Προτού πλησιάσει, άπλωσε μέσα από το ανγκριάλ στην τσέπη του σακακιού του για να αγκαλιάσει το σαϊντίν. Φυσικά, δεν χρειαζόταν να αγγίξει το ειδώλιο του χοντρού ανθρωπάκου που έφερε σπαθί. Τον γέμισαν ανάμικτες η ρυπαρότητα και η γλύκα, εκείνο το λυσσασμένο ποτάμι της φωτιάς, εκείνη η συντριπτική κατολίσθηση του πάγου. Διαβιβάζοντας, όπως έκανε κάθε νύχτα φεύγοντας από το Ρουίντιαν, έστησε ξόρκια φύλαξης γύρω απ’ ολόκληρο το στρατόπεδο, όχι μόνο για ό,τι βρισκόταν στο πέρασμα, αλλά και σ’ όλες τις σκηνές στους λόφους παρακάτω, και στις πλαγιές του βουνού. Για να ρίξει ξόρκια τόσο μεγάλα χρειαζόταν βοήθεια από το ανγκριάλ, λίγη όμως. Πριν, νόμιζε πως ήταν δυνατός, με τα μαθήματα όμως του Ασμόντιαν είχε γίνει ακόμα δυνατότερος. Οι άνθρωποι και τα ζώα που θα διάβαιναν τη γραμμή εκείνη των ξορκιών της φύλαξης, δεν θα πρόσεχαν τίποτα, όμως, αν την άγγιζε Σκιογέννητος, θα ηχούσε προειδοποίηση που θα την άκουγαν οι πάντες στις σκηνές. Αν είχε κάνει το ίδιο στο Ρουίντιαν, τα Σκοτεινόσκυλα δεν θα είχαν μπει χωρίς να τα αντιληφθεί.

Όσο για ανθρώπινους εχθρούς, θα ’πρεπε να φυλάξουν σκοπιά οι Αελίτες. Η φύλαξη ήταν λεπτά μα πολύπλοκα υφαντά, και, αν τα έβαζε να κάνουν πολλά πράγματα μαζί, ίσως γίνονταν άχρηστα. Θα μπορούσε αυτό το συγκεκριμένο να το κάνει έτσι που να σκοτώνει Σκιογέννητους αντί απλώς να προειδοποιεί, όμως θα ήταν σαν φάρος για όλους τους άνδρες Αποδιωγμένους, που ίσως έψαχναν, και για τους Μυρντράαλ επίσης. Δεν χρειαζόταν να προσελκύσει τους εχθρούς του, αφού μπορεί να μην ήξεραν πού βρισκόταν. Λυτό εδώ δεν θα το καταλάβαινε ακόμα κι ένας Αποδιωγμένος, παρά μόνο αν ήταν κοντά του, και όσο για τους Μυρντράαλ, αυτοί θα το καταλάβαιναν μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά.

Το ότι άφηνε το σαϊντίν ήταν σαν άσκηση για τον αυτοέλεγχό του, παρά τη ρυπαρότητα του μολύσματος, παρά το ότι η Δύναμη προσπαθούσε να τον γδάρει, όπως η άμμος γδέρνει την κοίτη του ποταμού, να τον αφανίσει. Έπλεε στην πελώρια αδειανοσύνη του Κενού, αλλά ένιωθε τον αέρα να χαϊδεύει κάθε τρίχα του κεφαλιού του, έβλεπε τον τρόπο που ήταν υφασμένες οι ρόμπες των γκαϊ’σάιν, μύριζε το ζεστό άρωμα της Αβιέντα. Ήθελε κι άλλο. Όμως, μύριζε επίσης και τις στάχτες του Τάιεν, μύριζε τους νεκρούς που είχαν καεί, τη σαπίλα των άλλων που θα καίγονταν, ακόμα και τη σαπίλα όσων ήταν ήδη θαμμένοι και το ξερό χώμα των τάφων τους. Αυτό τον βοήθησε. Για λίγο, αφότου το σαϊντίν είχε χαθεί, παρέμεινε εκεί και μόνο ρουφούσε βαθιές ανάσες από τον καυτό, δριμύ αέρα· σε σύγκριση με πριν, η οσμή του θανάτου έμοιαζε να έχει χαθεί, και ο αέρας έμοιαζε αγνός και υπέροχος.

«Κοίτα τι ήταν εδώ πριν από μας», είπε η Αβιέντα, καθώς ο Ραντ άφηνε μια λευκοντυμένη γυναίκα με ταπεινή έκφραση να πάρει τον Τζήντ’εν. Ύψωσε ένα καφέ φίδι, πεθαμένο, που ήταν χοντρό σαν τον πήχη του και μακρύ περίπου τρία βήματα. Το αιματόφιδο έπαιρνε το όνομά του από το αποτέλεσμα που είχε η δαγκωματιά του· μέσα σε λίγα λεπτά, μετέτρεπε το αίμα σε μια πηχτή σούπα. Αν ο Ραντ δεν έκανε λάθος, η εύστοχη λαβωματιά πίσω από το κεφάλι του φιδιού προερχόταν από το μαχαίρι που είχε η Αβιέντα στη ζώνη της. Η Αντελίν και οι άλλες την κοίταζαν επιδοκιμαστικά.

«Στάθηκες να σκεφτείς έστω και μια στιγμή ότι μπορεί να σε δάγκωνε;» της είπε αυτός. «Σκέφτηκες να χρησιμοποιήσεις τη Δύναμη αντί για ένα παλιομάχαιρο; Γιατί δεν το φίλησες πρώτα; Σίγουρα ήσουν κοντά του».

Εκείνη ορθώθηκε και τα μεγάλα πράσινα μάτια της προμήνυαν την παγωνιά της νύχτας. «Οι Σοφές λένε ότι δεν είναι καλό να χρησιμοποιεί κανείς πολύ συχνά τη Δύναμη». Τα λόγια που έβγαιναν κοφτά ήταν ψυχρά σαν το βλέμμα της. «Λένε ότι υπάρχει η πιθανότητα να αντλήσει κάποιος πολλή και να κάνει κακό στον εαυτό του». Σμίγοντας ελαφρώς τα φρύδια, πρόσθεσε, απευθυνόμενη κυρίως στον εαυτό της, «Αν και δεν έχω φτάσει ακόμα στα όρια της Δύναμης που μπορώ να χειριστώ. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό».

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι και χώθηκε στη σκηνή του. Η γυναίκα δεν ήθελε να ακούσει τη φωνή της λογικής.

Μόλις είχε βολευτεί σε ένα μεταξωτό μαξιλαράκι κοντά στην εστία που δεν ήταν ακόμα αναμμένη, όταν εκείνη τον ακολούθησε. Ευτυχώς τώρα δεν είχε το αιματόφιδο, αλλά κρατούσε με άκρα προσοχή κάτι που ήταν τυλιγμένο με μια γκρίζα ριγέ κουβέρτα πολλές φορές διπλωμένη. «Ανησυχούσες για μένα», του είπε με ουδέτερη φωνή. Το πρόσωπό της δεν έδειχνε την παραμικρή έκφραση.